Η πρόσφατη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ επιβεβαίωσε τις εσωκομματικές εντάσεις, φωτίζοντας τα προβλήματα που θα αποτελέσουν σοβαρά «αγκάθια» ενόψει του επικείμενου συνεδρίου (12-15 Ιουνίου). Παρά το γεγονός ότι η ανάγκη για ενότητα είναι δεδομένη, η εσωκομματική αντιπολίτευση εμφανίστηκε αποφασισμένη να προβάλει αντιρρήσεις και να θέσει ζητήματα που επαναφέρουν στην επιφάνεια τις «παιδικές αρρώστιες της αριστεράς».
Κεντρικά ζητήματα διαφωνίας αποτέλεσαν:
-
Η αλλαγή των κανόνων εκλογής του προέδρου, με προτάσεις για αυστηρότερο ορισμό της ιδιότητας του μέλους (π.χ. ένα μήνα πριν την ψηφοφορία).
-
Η κατάργηση των τάσεων εντός του κόμματος, πρόταση που προκάλεσε έντονες αντιπαραθέσεις, με το ερώτημα εάν ο ΣΥΡΙΖΑ θα διατηρήσει τον χαρακτήρα του ως κόμμα ρευμάτων ή θα μετατραπεί σε πιο συγκεντρωτικό οργανισμό.
Ο Παύλος Πολάκης δήλωσε πως δεν πρέπει το κόμμα να «πάει πίσω», ενώ ο Νίκος Παππάς υπερασπίστηκε το μοντέλο του «ανοικτού κόμματος», τονίζοντας ότι ακόμα και ο πρόεδρος προέρχεται από τάση (ΡΕΝΕ). Η σύγκρουσή του με τον Σωκράτη Φάμελλο για παλαιότερες δηλώσεις και στάσεις, καθώς και για τη θεσμική διάρθρωση του κόμματος, ανέδειξε βαθύτερα ρήγματα.
Ο Χρήστος Σπίρτζης ζήτησε αναβολή του συνεδρίου υπέρ ενός ουσιαστικού διαλόγου και κατήγγειλε στοχευμένες διαρροές εις βάρος του, ενώ διαφώνησε έντονα με την απαλοιφή των τάσεων.
Οι εσωκομματικές διαφωνίες επεκτείνονται και σε ζητήματα πολιτικής κατεύθυνσης όπως:
-
Η συμμετοχή του Δημοσίου στην Εθνική Τράπεζα
-
Οι εξορύξεις
-
Ο ρόλος και η μορφή των Περιφερειακών Επιτροπών
-
Η ανανέωση της Κεντρικής Επιτροπής
Η εισήγηση του Σωκράτη Φάμελλου, παρά τις αντιδράσεις, εγκρίθηκε από την πλειοψηφία και στο συνέδριο αναμένονται πάνω από 40 τροπολογίες.
Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Στέφανος Κασσελάκης, κάλεσε σε αυτοκριτική και ενότητα: «Να αναγνωρίσουμε και να διορθώσουμε λάθη και συμπεριφορές που στο πρόσφατο παρελθόν μάς πλήγωσαν και απαξίωσαν το κόμμα μας».
Το συνέδριο του Ιουνίου θα αποτελέσει κρίσιμο σταυροδρόμι για την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, είτε ως ενιαίο κόμμα είτε ως άθροισμα αντίρροπων ρευμάτων που δυσκολεύονται να συνυπάρξουν.
