Ένα πρωτοφανές περιστατικό σημειώθηκε το πρωί της Δευτέρας στην Εθνική Πινακοθήκη, με πρωταγωνιστή τον βουλευτή Β’ Θεσσαλονίκης της «Νίκης», Νίκο Παπαδόπουλο. Ο βουλευτής, σε έξαλλη κατάσταση, προκάλεσε φθορές σε προστατευτικά εκθεμάτων, διαμαρτυρόμενος έντονα για έργα τέχνης τα οποία χαρακτήρισε ως «βλάσφημα» προς την Παναγία και τα ιερά σύμβολα της Ορθοδοξίας.
Άμεση ήταν η αντίδραση της Αστυνομίας, έπειτα από κλήση των υπαλλήλων ασφαλείας της Πινακοθήκης, με αποτέλεσμα τη σύλληψη του κ. Παπαδόπουλου. Παρά τη σύλληψη, ο βουλευτής παρέμεινε στον χώρο, συνεχίζοντας να καταφέρεται με έντονο ύφος κατά των υπευθύνων και των εκθεμάτων.
Αφορμή για το ξέσπασμά του αποτέλεσε συγκεκριμένο έργο σύγχρονου Έλληνα καλλιτέχνη, που παρουσιάζεται στην περιοδική έκθεση “Η Σαγήνη του Αλλόκοτου”, και το οποίο απεικονίζει, σύμφωνα με τον ίδιο, την Παναγία και τον Χριστό σε παραμορφωμένη μορφή. Στα κοινωνικά του δίκτυα, λίγη ώρα μετά, ο βουλευτής ανήρτησε: «Χαμός στην Εθνική Πινακοθήκη για τη βλασφημία στην Παναγία μας», επαναλαμβάνοντας τη θέση του ενάντια στο συγκεκριμένο έκθεμα.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο κ. Παπαδόπουλος εκφράζει τη διαφωνία του, αφού, πριν από λίγες ημέρες, είχε καταθέσει σχετική ερώτηση στη Βουλή και είχε αποστείλει επιστολή προς τη διοίκηση της Πινακοθήκης, απαιτώντας την απόσυρση του έργου. Μάλιστα, άσκησε κριτική και στην υπουργό Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, για την απάντησή της, χαρακτηρίζοντάς την «παραπλανητική και αντισυνταγματική».
Από την πλευρά τους, εικαστικοί και καλλιτεχνικοί κύκλοι αντιδρούν με αγανάκτηση στο περιστατικό. Ο καλλιτέχνης Φίλιππος Τσιτσόπουλος, ο οποίος συμμετέχει στην ίδια έκθεση, τόνισε ότι δεν υπάρχει καμία πρόθεση προσβολής της θρησκείας και υπεραμύνθηκε της καλλιτεχνικής ελευθερίας, υπογραμμίζοντας πως «αν τα έργα πρόσβαλαν τα θρησκευτικά σύμβολα, η Πινακοθήκη δεν θα τα παρουσίαζε».
Αίσθηση προκάλεσαν και οι πρώτες δηλώσεις του συνηγόρου του κ. Παπαδόπουλου, Κωνσταντίνου Βαθιώτη, που έκανε λόγο για «παράνομη κράτηση βουλευτή χωρίς άρση ασυλίας» και για «δικτατορικό καθεστώς».
Το περιστατικό έχει ήδη προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων, ανοίγοντας για μία ακόμη φορά τη συζήτηση περί ορίων της καλλιτεχνικής ελευθερίας και της θρησκευτικής ευαισθησίας.
