Ο Κωστής Κατσανέβας παραχώρησε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στη Secret των Παραπολιτικών και στη δημοσιογράφο Σάσα Σταμάτη.
Ο εγγονός του Ανδρέα Παπανδρέου από την κόρη του Σοφία και αντιπρόεδρος του Ιδρύµατος «Γ. Παπανδρέου», μέσα σε όλα, μίλησε για την επαγγελματική του πορεία, για την γνωριμία με τον παππού του, αλλά και για την απώλεια του πατέρα του.
Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε µε µια εταιρεία που αφορά τους νέους;
∆εν το αποφάσισα. Μου έπεσε στα χέρια. Έχασα τον πατέρα µου στον κορονοϊό, η εταιρεία ήταν δική του και ξαφνικά ήμουν εγώ που έπρεπε να τη βγάλω πέρα. ∆εν είχα ιδέα τι έκανα. Είχα µια κανονική δουλειά σε µμεγάλη ασφαλιστική, όπου κάποιος έκανε τη µμισθοδοσία, ένας άλλος κυνηγούσε τους πελάτες, άλλος «έσβηνε τις φωτιές». Ξαφνικά, όλα αυτά ήμουν εγώ µε έναν συνεργάτη. Με τρόμαζε αυτό, αλλά µε ενθουσίαζε παράλληλα. Μου άρεσε να παίρνω αποφάσεις χωρίς να ρωτάω πέντε επίπεδα από πάνω µου. Μου άρεσε να βλέπω ένα πρόβλημα και να το λύνω χωρίς συσκέψεις. Πρώτη φορά στη ζωή µου ένιωθα ότι χτίζω κάτι. Παραιτήθηκα λοιπόν από τη δουλειά µου και πήγα all in σε µια µικρή εταιρεία συμβουλευτικής σταδιοδρομίας, που πίστευα ότι µμπορούσα να την πάω σε άλλο επίπεδο. Και νομίζω ότι το κατάφερα.
Τι θυµάστε από τον παππού σας Ανδρέα Παπανδρέου;
Ήμουν 5 ετών όταν «έφυγε». ∆εν έχω άμεσες προσωπικές αναμνήσεις. Έχω αναμνήσεις από αυτό που εκπροσωπούσε. Ήταν ένας άνθρωπος που µμιλούσε για κοινωνική κινητικότητα, αξιοπρέπεια και συµµετοχή. Που έκανε τους πολίτες να αισθάνονται ότι έχουν φωνή και ρόλο στις εξελίξεις. Πιστεύω ότι σήμερα αυτό το κοινωνικό συμβόλαιο έχει τραυματιστεί βαθιά, ειδικά για τη νέα γενιά. Και ίσως αυτό να είναι και το µμεγαλύτερο διακύβευµα για την παράταξη: αν θα ξαναβρεί τη σχέση της µε την κοινωνία και τους νέους ανθρώπους ή αν θα περιοριστεί σε µια πολιτική χαµηλών προσδοκιών και εσωτερικής διαχείρισης.
Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή στη ζωή σας;
Η πρώτη φορά που µμπήκα στο σπίτι του πατέρα µου µετά τον χαμό του. ∆εν ήταν η κηδεία ή το τηλεφώνημα από το νοσοκομείο. Ήταν εκείνη η πρώτη επίσκεψη, στην αρχή ακόμη του πένθους, όταν τα πάντα ήταν φρέσκα. Στο γραφείο, εκεί όπου περνούσε τις περισσότερες ώρες του, ήταν ένα φλιτζάνι µε τσάι. Το τσάι που έπινε πριν τον πάω στο νοσοκομείο. Είχε µμείνει εκεί. Ήταν σαν να τον περίμενε να επιστρέψει. Πόση ειρωνεία έχει µμέσα της η ζωή; ∆εν ξέρω γιατί ήταν αυτό που µε τσάκισε. Αλλά εκείνο το φλιτζάνι, ένα συνηθισμένο φλιτζάνι τσάι, που ο πατέρας µου ήπιε ένα πρωί χωρίς να ξέρει ότι ήταν το τελευταίο του, µε ανάγκασε να καταλάβω ότι δεν θα τον ξαναδώ ποτέ.
Είστε ερωτευμένος;
Έχω υπάρξει βαθιά ερωτευμένος και πόσο όμορφο συναίσθημα ήταν! Θέλω να το ξαναζήσω.
