Με αναφορά στα συλλαλητήρια που θα πραγματοποιηθούν την Παρασκευή, όταν συμπληρώνονται δύο χρόνια από την τραγωδία των Τεμπών, ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, άνοιξε τη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, μιλώντας για το εθνικό δράμα που πρέπει να ενώνει την κοινωνία.
Επέμεινε πως το βασικό αίτημα που προκύπτει από την τραγωδία είναι η αλήθεια και η απονομή δικαιοσύνης. Στη συνέχεια, έκανε λόγο για την εκμετάλλευση του τραγικού συμβάντος από κάποιους πολιτικούς κύκλους, οι οποίοι επιθυμούν να μετατρέψουν τον πόνο των πολιτών σε πολιτική αντιπαράθεση.
Ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε στις επερχόμενες διαδηλώσεις και την ανάγκη να προστατευθούν τα συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών για ελευθερία έκφρασης και ειρηνική συνάθροιση. Όπως τόνισε, η Αστυνομία θα διασφαλίσει την ασφάλεια των συμμετεχόντων και την ομαλή διεξαγωγή των εκδηλώσεων, ενώ ανέφερε ότι η πολιτεία έχει χρέος να εγγυηθεί την ελεύθερη και ειρηνική διαμαρτυρία, χωρίς να επιτρέψει σε εξτρεμιστικές φωνές να προξενήσουν διχασμό.
Η διαχείριση του τραγικού δυστυχήματος των Τεμπών, σύμφωνα με τον κ. Μητσοτάκη, έχει εξελιχθεί σε ένα πολιτικό πεδίο για αντιπαραθέσεις, με αρκετούς να μιλούν για «κυβέρνηση-δολοφόνο» και άλλους να υιοθετούν σενάρια ανατροπής. Η κυβέρνηση, υπογράμμισε, δεν πρόκειται να επιτρέψει να διαταραχθεί η εσωτερική σταθερότητα της χώρας, ιδιαίτερα σε μια εποχή γεμάτη διεθνείς αναταράξεις.
Αναφερόμενος στην ευθύνη της κυβέρνησης, ο Πρωθυπουργός επεσήμανε ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων θέλει να λάμψει η αλήθεια και να αποδοθεί δικαιοσύνη. Σε αυτήν την κατεύθυνση, η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να προχωρήσει στην ενίσχυση των συγκοινωνιών και στην ανανέωση του σιδηροδρομικού δικτύου, με στόχο να αποτραπεί μια επανάληψη παρόμοιου τραγικού γεγονότος.
Κλείνοντας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε ότι σε λίγες ημέρες η κυβέρνηση θα αναλάβει πρωτοβουλίες στο Κοινοβούλιο, με τα κόμματα να καλούνται να καταθέσουν τις απόψεις τους και να συζητηθεί η ουσία της τραγωδίας. Αντίστοιχα, αναφερόμενος στην πιθανότητα πρότασης δυσπιστίας από την αντιπολίτευση, υπογράμμισε την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να απαντήσει στις πολιτικές προκλήσεις και να προχωρήσει στην αναγκαία θεσμική και κοινωνική αλλαγή, που θα εξασφαλίσει την ασφάλεια και την ευημερία της χώρας.
