Η απόφαση της Γερμανίας να επαναφέρει τις επιστροφές αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα, επικαλούμενη την «βελτίωση των συνθηκών υποδοχής», προκαλεί έντονη ανησυχία και αμφισβήτηση. Παρά τις εκκλήσεις διεθνών οργανισμών και τη σαφή θέση του ΟΗΕ, η Γερμανία αποφασίζει να προχωρήσει σε πολιτικές που επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τα κράτη πρώτης γραμμής.
Το Βερολίνο ισχυρίζεται ότι η κατάσταση στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί, ωστόσο τα στοιχεία και οι εκθέσεις δείχνουν το αντίθετο: χιλιάδες διαμένοντες σε καμπ χωρίς στοιχειώδεις υποδομές, εκκρεμότητες ασύλου και περιορισμένη πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη. Κι όμως, η Γερμανία ζητά πλέον να επιστραφούν οι αιτούντες άσυλο σύμφωνα με τον Κανονισμό του Δουβλίνου.
Η συγκεκριμένη απόφαση δεν αφορά μόνο μερικές εκατοντάδες επιστροφές. Είναι μια συμβολική και πολιτική κίνηση: η Ευρώπη επιχειρεί να «κλείσει» τον Νότο στον εαυτό του, να αναδιανείμει την πίεση χωρίς να μεταρρυθμίζει πραγματικά το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου. Πρόκειται για μια έμμεση παραδοχή αποτυχίας της αλληλεγγύης.
Η επανέναρξη των επιστροφών αποτελεί κίνδυνο για τη σταθερότητα της διαχείρισης προσφύγων στην Ελλάδα, αλλά και ένα ακόμη μήνυμα ότι τα κράτη-μέλη κινούνται μονομερώς, έξω από κάθε πνεύμα συνεργασίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρακολουθεί σιωπηλά, αφήνοντας τη Γερμανία να χαράζει πορεία για όλους.
Ο κίνδυνος δεν είναι μόνο η υπερφόρτωση της Ελλάδας, αλλά η διάρρηξη της εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών. Χωρίς κοινή γραμμή στο άσυλο, χωρίς σεβασμό στη γεωγραφική πραγματικότητα, η ΕΕ κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα πεδίο άνισης και κατακερματισμένης πολιτικής.
