8.4 C
Athens
Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου, 2021
More

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

    Γλυκά Νερά: Τρεις ειδικοί αναλύουν το έγκλημα που έχει συνταράξει το πανελλήνιο

    Ο κρεμασμένος σκύλος «τρόπαιο», η άνευ λόγου παράταση του πόνου, ο εκμηδενισμός της αξίας της ανθρώπινης ζωής, το cyber stalking, η πρόκληση της ασφυξίας ως μέθοδος εξουσίας πάνω στο θύμα και οι ληστείες που έχουν αλλάξει πρόσωπο στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.

    Τρεις ειδικοί αναλύουν στο newsit.gr και στη Δήμητρα Τριανταφύλλου, τα στοιχεία του εγκλήματος στα Γλυκά Νερά, με θύμα μία 20χρονη μητέρα, που έχει συνταράξει το πανελλήνιο.

    «Η ελληνική κοινωνία δεν είναι εξοικειωμένη με ληστείες που φέρουν τόσο έντονα το στοιχείο της βαρβαρότητας», εξηγεί στο newsit.gr η Κέλλυ Ιωάννουκλινική εγκληματολόγος και Διευθύντρια του Διεθνούς Ινστιτούτου Κυβερνοασφάλειας (CSI Institute).

    Όπως συνεχίζει να μας αναλύει το αποτρόπαιο έγκλημα στα Γλυκά Νερά: «η βίαιη αυτή ληστεία ανοίγει νέα πεδία για έρευνα και μελέτη τόσο από τις αρχές όσο και από την ακαδημαϊκή κοινότητα. Και αυτό, γιατί παρουσιάζει στοιχεία παρόμοια με σεξουαλικά εγκλήματα ή με εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας.

    Σπάνια συναντάμε ανθρώπινες απώλειες ακόμη και σε πολύ καλά οργανωμένες ληστείες. Πόσο δε μάλλον, με τη μέθοδο της ασφυξίας η οποία έχει στοιχεία ελέγχου και εξουσίας πάνω στο θύμα.

    Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι ναι μεν πρόκειται για ένα καλά προμελετημένο έγκλημα καθώς οι δράστες γνώριζαν σημαντικές λεπτομέρειες για την οικογένεια (όπως πχ τις εισόδους του σπιτιού τους, το σύστημα παρακολούθησης και το κατοικίδιο), από την άλλη όμως, υπάρχουν και έντονα στοιχεία ερασιτεχνισμού.

    Θεωρώ ότι στην προσπάθειά τους να κάνουν τη γυναίκα να σωπάσει της στέρησαν τη ζωή της και το ίδιο συνέβη και με το κατοικίδιο. Επαγγελματίες ληστές θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιήσει σπρέι υπνωτισμού ή άλλες σύγχρονες μεθόδους. 

    Μάλιστα, όλες αυτές οι αποτρόπαιες κινήσεις τους θα μπορούσαν ίσως να αποδοθούν σε πανικό ή και σε αστάθεια της ψυχικής κατάστασης εκ μέρους των δραστών τη δεδομένη στιγμή».

    Σημαντικό είναι για την κα Ιωάννου και το στοιχείο του cyber stalking ως ένα «όπλο» στα χέρια των κακοποιών τα τελευταία χρόνια. Κατά την ίδια, δεν είναι καθόλου απίθανο οι δράστες αυτού του εγκλήματος να είχαν κάνει προμελέτη της αποτρόπαιης πράξης τους μέσα από τα social media του ζευγαριού.

    Όπως εξηγεί η ίδια: «Οι νέες γενιές δραστών χρησιμοποιούν κατά κόρον το ίντερνετ και την τεχνολογία και σε μεγάλο πια βαθμό οι διαρρήξεις στηρίζονται και σε αυτά τα ‘εργαλεία’, ειδικά αν οι δράστες μπορούν να δουν στοιχεία για την περιουσιακή κατάσταση των στόχων τους».

    - Advertisement -

    Όπως πάντως καταλήγει η κα Ιωάννου: «Θέλω να τονίσω ότι πρέπει καθολικά να μας απασχολήσει το θέμα του βρέφους ως προς το τι λέμε και τι γράφουμε για το ζήτημα μιας και σε ένα βάθος χρόνου αυτό το μωρό θα έρθει αντιμέτωπο με αυτά τα ψηφιακά αποτυπώματα. Η τραγωδία θα αφήσει τα ίχνη της στο διαδίκτυο».

    Ο σκύλος «τρόπαιο» και η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής

    «Το κρέμασμα του σκύλου παραπέμπει σε  ‘τρόπαιο’, σε  ‘λάφυρο’, σαν να ήταν αυτή η πράξη η ‘σφραγίδα τιμωρίας’ του εγκλήματος», εξηγεί με τη σειρά της, η Αγγελική Καρδαρά,  Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ ΕΚΠΑ, Φιλόλογος και Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του «Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος».

    H κα Καρδαρά σημειώνει πως ο τρόπος της εγκληματικής δράσης (modus operandi), αλλά και η «υπογραφή» των δραστών (signature) χαρακτηρίζεται από τη χρήση υπέρμετρης βίας, όπως αυτή φάνηκε μέσα από τον βασανισμό της κοπέλας και τη θανάτωση του σκύλου, στοιχεία που σκιαγραφούν ένα σκληρό εγκληματικό προφίλ.

    «Η συγκεκριμένη περίπτωση μας φέρνει στο μυαλό την υπόθεση του διπλού εγκλήματος -βιασμού και ανθρωποκτονίας- της νεαρής φοιτήτριας σε ελληνικό νησί το 2018, τότε που είδαμε ξανά σε έντονο βαθμό αυτή την πλήρη απάθεια στον ανθρώπινο πόνο», λέει η Καρδαρά και προσθέτει: «Έχουμε να κάνουμε με μια άνευ λόγου παράταση του πόνου. Η αναλγησία κι ο ‘εκμηδενισμός’ τελικά της ανθρώπινης ζωής- μας προβληματίζουν έντονα. Το γεγονός μάλιστα ότι σε αυτή την υπόθεση θύμα είναι μία τόσο νεαρή γυναίκα που πριν από μερικούς μήνες είχε φέρει στον κόσμο ένα μωρό και το έγκλημα διαπράχθηκε μπροστά στα αθώα μάτια του, μας συγκλονίζει βαθιά. Είναι σοκαριστικό ότι αυτές οι ειδεχθείς πράξεις συνέβαιναν ενώ η νεαρή μητέρα, κατά τη μαρτυρία του συζύγου της, φώναζε και είχε την τρομακτική, την ύψιστη αγωνία να σώσει το παιδί της. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να περιμένουμε την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα».

    Σύμφωνα πάντως με τη κα Καρδαρά, χαρακτηριστικά αυτού του εγκλήματος έχουν καταγραφεί από την εγκληματολογική έρευνα εδώ και αρκετά χρόνια, με τους ειδικούς να εκφράζουν ανησυχία και προβληματισμό επισημαίνοντας τις σημαντικές ποιοτικές διαφοροποιήσεις στο εγκληματικό φαινόμενο και στη χώρα μας. Το έγκλημα δηλαδή  αποκτά ένα πολύ πιο σκληρό πρόσωπο, με κλιμάκωση της βιαιότητας με την πάροδο των ετών. 

    Η σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα βιαιότητα

    Στο στοιχείο της εξωφρενικής βιαιότητας αυτού του εγκλήματος στάθηκε και ο Διονύσης Χιόνης, δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, ΜΔΕ Εγκληματολογίας και Πρόεδρος του «Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος».

    Όπως μας λέει ο ίδιος: «η τόσο βίαιη ζωοκτονία, με την οποία ξεκίνησε η υλοποίηση του εγκληματικού σχεδίου φανερώνει όχι μόνο αδιαφορία των δραστών για κάθε μορφής ζωής, αλλά και κάτι περισσότερο: επιδίωξη της άσκησης θανατηφόρου βίας, πέρα από το όποιο οικονομικό κέρδος ως ενδεχόμενο κύριο αντικείμενο του εγκλήματος.

    Και δυστυχώς η παρατήρηση αυτή επιβεβαιώνεται και από τον πρόκληση του θανάτου της νεαρής μητέρας πλησίον του βρέφους της (αντί της «εξουδετέρωσής της» με άλλον τρόπο), ενώ μάλιστα ο πατέρας ήταν δεμένος.

    Επομένως, οι δράστες πιθανότατα απέβλεπαν στο υλικό όφελος (χρήματα, κοσμήματα, κ.λπ.) αλλά παράλληλα επέλεξαν – όχι απειλές, αλλά – την άσκηση δυσανάλογης και ακραίας ψυχολογικής και σωματικής βίας χωρίς να διστάσουν να θανατώσουν ζώο και άνθρωπο, στερώντας από το παρών στο συμβάν βρέφος τη μητέρα του και καθιστώντας την υπόθεση, αν όχι πρωτοφανή, τότε σίγουρα σπάνιας βιαιότητας για τα ελληνικά δεδομένα».

    Πως άλλαξαν τα τελευταία χρόνια οι ληστείες στην Ελλάδα

    Ο κος Χιόνης εξηγεί πως ο τρόπος που γίνονται οι ληστείες τα τελευταία χρόνια στη χώρα έχουν αποκτήσει πια μια διαφορετική μορφή.

    Όπως μας εξηγεί: «Οι εγκληματολογικές στατιστικές, με όλες τις επιστημονικές επιφυλάξεις που ορθά τις συνοδεύουν, καταδεικνύουν την διαρκή αύξηση των ληστειών στην ελληνική κοινωνία ήδη από τη δεκαετία του 1990, παρότι προβλέπονται ποινές κάθειρξης – ειδικά δε στη διακεκριμένη περίπτωση ληστείας προβλέπεται ισόβια κάθειρξη.

    Παράλληλα λοιπόν με την ποσοτική αύξηση παρατηρείται προϊόντος του χρόνου και μια ποιοτική διαφοροποίηση των ληστειών που πλέον όλο και συχνότερα διαπράττονται με τη χρήση ιδιαίτερα βαριάς βίας, ενίοτε μάλιστα ιδιαίτερα δυσανάλογης με την αξία του αντικειμένου της ληστείας.

    Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση των νεαρών δραστών αλλά και των γυναικών που τελούν ληστείες».

    Για τον κο Χιόνη, τα μέτρα πρόληψης που έλαβαν οι τράπεζες (χρονοκαθυστέρηση χρηματοκιβωτίων, ειδικές θύρες εισόδου, κάμερες ασφαλείας, κ.λπ.), οι οποίες αποτελούσαν κύριο στόχο των ληστών παλιότερα, συνέτειναν, σύμφωνα και με τη λογική του εγκληματία, στη μετατόπιση της τέλεσης των ληστειών κατά ευκολότερων στόχων χαμηλού ρίσκου, όπως πρατήρια βενζίνης, φαρμακεία, σούπερ/μίνι μάρκετ.

    «Όμως στη συνέχεια, η λήψη μέτρων προστασίας και η εκτεταμένη χρήση του πλαστικού χρήματος στις παραπάνω επιχειρήσεις περιόρισαν τις ληστείες σε βάρος τους, εφόσον τα ταμεία τους διαθέτουν πια λιγότερα μετρητά.

    Οι ληστές, λοιπόν, στράφηκαν σταδιακά ολοένα και περισσότερο στις κατοικίες ως έναν περισσότερο προσοδοφόρο, λιγότερο φυλασσόμενο και σχετικά ακίνδυνο για τους ίδιους στόχο, εκμεταλλευόμενοι το ασταθές οικονομικό περιβάλλον που ώθησε πολλούς πολίτες να φυλάνε χρήματα στο σπίτι για διάφορους λόγους.

    Πολλές φορές δε, διαπράττονται ληστείες σε κατοικίες, από οργανωμένες εγκληματικές ομάδες, δηλαδή από περισσότερα πρόσωπα που ενώθηκαν σε ομάδα για τη διάπραξη εγκλημάτων με διακριτούς ρόλους, συγκεκριμένη δομή και δεδομένη ιεραρχία, που εντοπίζουν προσεκτικά τον στόχο συλλέγοντας πληροφορίες και δρουν μεθοδικά κατά ευάλωτων και μη προσώπων».

    Που πρέπει να στραφεί τώρα η δημόσια συζήτηση

    Και τι μπορεί να γίνει εφεξής με βάση όλα τα παραπάνω δεδομένα; Η κα Καρδαρά μας δίνει την άποψη της. «Είναι σημαντικό, η δημόσια συζήτηση να εστιαστεί στην πρόληψη και μιλώντας γι αυτήν, κατά την άποψή μου, είναι αναγκαίο να εστιάσουμε και στον χώρο των φυλακών, με εξειδικευμένα προγράμματα που θα προετοιμάζουν για την κοινωνική ενσωμάτωση/επανένταξη, εφόσον οι κρατούμενοι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα αποφυλακίζονται, προκειμένου να μη λειτουργεί η φυλακή σαν ‘κολλέγιο του εγκλήματος’, όπως οι ίδιοι οι κρατούμενοι την αποκαλούν στον ιδιαίτερο γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας τους.

    Είναι επίσης σημαντικό η οργανωμένη Πολιτεία να εστιάσει στην προστασία των χαρακτηριζόμενων ‘ευάλωτων στόχων’ οι οποίοι μπορούν να μπουν ευκολότερα στο στόχαστρο των κακοποιών. Μιλάω για τους εφήβους, τα άτομα τρίτης ηλικίας, τις νεαρές γυναίκες κλπ.

    Αναφέρω μερικά ενδεικτικά μέτρα: φωτισμός, αστυνόμευση σε περιοχές απομονωμένες, ενημερωτικά μηνύματα σε τακτική βάση για την προστασία εντός της οικίας μας, και τέλος, επένδυση στην παιδεία ώστε να αντιμετωπίσουμε την κρίση αξιών που  παίζει τον δικό της αρνητικό ρόλο  σε αυτά τα φαινόμενα ακραίας βίας».

    ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ