26.1 C
Athens
Σάββατο, 13 Αυγούστου, 2022
More

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

    Γιατί δεν πιστεύω στον εαυτό μου;

    Γιατί δεν πιστεύω στον εαυτό μου;

    Η αυτοεκτίμηση αφορά την υποκειμενική εκτίμηση του ατόμου για την αξία του ως άτομο. Δηλαδή, το πως το ίδιο το άτομο βλέπει τον εαυτό του ανεξάρτητα από το πως είναι στην πραγματικότητα. Το πως ο άνθρωπος αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ξεκινά από μικρή ηλικία.

    Στην αρχή, το βρέφος καθρεφτίζεται στα μάτια της μητέρας του. Μαθαίνει τα όρια του σώματος του από το άγγιγμα της και τα συναισθήματα από τον τρόπο που αυτά καθρεφτίζονται από εκείνη. Επομένως, στην αρχή ξεκινάμε να αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας μέσα από έναν άλλο, τον βασικό μας φροντιστή.

    Η απάντηση στην ερώτηση “γιατί δεν πιστεύω στον εαυτό μου;” πολλές φορές δεν είναι απλή, αλλά βρίσκεται στην προσωπική ιστορία του καθενός.

    Αναρωτήσου:

    • Πώς αποκαλώ τον εαυτό μου, όταν γίνομαι επικριτικός;
    • Όταν γίνομαι επικριτικός με τον εαυτό μου, ποιανού φωνή αναπαράγω;
    • Πώς με χαρακτήριζαν οι άλλοι όταν ήταν θυμωμένοι ή απογοητευμένοι από εμένα;
    • Πότε ένιωσα ότι δεν αξίζω, ότι δεν είμαι αρκετή ή αρκετός;
    • Για ποια πράγματα με έκριναν, με κορόιδευαν ή με τιμωρούσαν;
    • Πως αντιδρούσαν οι γύρω μου όταν έκανα λάθη ή όταν δεν τα πήγαινα καλά στο σχολείο;
    • Πότε με επαινούσαν;
    • Τι έπρεπε να κάνω για να πάρω φροντίδα και ζεστασιά;

    Γιατί δεν πιστεύω στον εαυτό μου;

    Κάτω από την χαμηλή αυτοεκτίμηση κρύβεται μια επικριτική φωνή. Στην επικριτική φωνή του εαυτού, συνήθως έχει ενσωματωθεί η επικριτική φωνή ενός άλλου. Ο άλλος μπορεί να είναι ένας γονιός, ένας επικριτικός καθηγητής ή και συμμαθητές που δεν αποδέχονταν το άτομο για αυτό που είναι. Επιπλέον, μπορεί κάποιος να μην πιστεύει στον εαυτό του αν ο γονιός του δεν του έχει επιτρέψει να κάνει πράγματα μόνος. Ίσως ο γονιός του δεν του επέτρεπε να κάνει λάθη, να ανακαλύψει τον κόσμο και να πατήσει στα πόδια του. Ως ενήλικας λοιπόν μπορεί να πιστεύει ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει μόνος του, να ρωτάει τους άλλους για αποφάσεις της ζωής του και να προσκολλάται σε άλλα άτομα.

    Το τελευταίο ερώτημα από τα παραπάνω, αφορά την αποδοχή υπό όρους. Μπορεί ένα παιδί να γινόταν αποδεκτό υπό τον όρο ότι είναι ο καλύτερος μαθητής, υπό τον όρο ότι είναι η πιο όμορφη κτλ. Επομένως, προσπαθούσε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των γονέων του ώστε λάβει αγάπη. Για αυτόν τον λόγο είναι σημαντικό για έναν γονέα να διαχωρίζει τον εαυτό του από το παιδί του, ώστε εκείνο να αναπτύξει μια ξεχωριστή ταυτότητα, να λειτουργήσει ως ξεχωριστή οντότητα και όχι ως αντικείμενο των επιθυμιών του. Αρκετοί μπορεί να έχουν καταλήξει να ζουν την ζωή ενός άλλου. Να ζουν δηλαδή με βάση τις επιθυμίες κάποιου άλλου προσώπου, ενός γονιού, “χορεύοντας” στον σκοπό εκείνου παρά του εαυτό τους.

    Γιατί είμαστε διστακτικοί να φωτίσουμε τις θετικές πλευρές μας; Έχει δημιουργηθεί η πεποίθηση πως όταν κάποιος αναγνωρίζει τις αρετές του είναι αλαζόνας. Ως αποτέλεσμα, ένα άτομο δεν επιτρέπει στον εαυτό του να αναγνωρίσει τις ικανότητες του. Επίσης, μπορεί γονείς και καθηγητές να επεσήμαναν τα λάθη του παιδιού τους με πρόσχημα την πρόοδο, αντί να ενίσχυαν τις επιτυχίες και τις αρετές του για να τον βοηθούσαν να τις εξελίξει.
    Ως προς την παραπάνω μέθοδο ας σκεφτούμε το έξης: αν ακολουθούσαμε κάποιον που έχει υψηλή αυτοεκτίμηση αλλά φροντίζαμε σε κάθε του βήμα να του επισημαίνουμε τα λάθη του, να τον κατακρίνουμε, να αγνοούμε τα κατορθώματά του και να του λέμε πως θα μπορούσε να εκτελέσει κάτι καλύτερα, πως φαντάζεστε ότι θα ένιωθε εν καιρώ; Πως αυτό θα τον επηρέαζε στην πεποίθηση του για το κατά πόσο μπορεί να πάρει αποφάσεις και να τα καταφέρει στη ζωή; Θα το κάνατε αυτό σε ένα πρόσωπο που αγαπάτε; Γιατί όχι; Αυτό όμως κάνει το ίδιο το άτομο με χαμηλή αυτοεκτίμηση στον εαυτό του. Πέρα από τα παραπάνω, τα άτομα με χαμηλή αυτοεκτίμηση έχουν την τάση να υιοθετούν διπλά κριτήρια. Είναι δηλαδή πιο ελαστικοί με τους άλλους συγκριτικά με τον εαυτό τους, καθώς θέτουν αυστηρότερα κριτήρια και απαιτήσεις για τον εαυτό τους.

    Ο δρόμος προς την αλλαγή όμως, χρειάζεται προσπάθεια. Μπορεί τα πρώτα βήματα να δημιουργήσουν σε κάποιον αμηχανία καθώς είναι κάτι καινούριο και διαφορετικό από την επικριτικότητα που έχει μάθει. Από που λοιπόν μπορείς να ξεκινήσεις;

    - Advertisement -

    Εφόσον η δική σου ματιά είναι γεμάτη επίκριση, μπορείς να ξεκινήσεις από την ματιά των άλλων! Ζήτα από τους γύρω σου να σου πουν τι εκτιμούν σε εσένα. Είσαι καλός φίλος; καλός ακροατής; αστείος; φροντιστικός; δραστήριος; Έπειτα, κατάγραψε μια λίστα από συμπεριφορές που είναι ενδεικτικές των χαρακτηριστικών που σου ανέφεραν. Για παράδειγμα, ένας καλός φίλος μπορεί να μιλήσει με τους φίλους του, να ακούσει τις δυσκολίες του άλλου, να στείλει ένα μήνυμα ρωτώντας τον πώς είναι κτλ. Στη συνέχεια μπορείς να εντοπίζεις και να αναγνωρίζεις καθημερινά ποια από αυτά κάνεις.

    Γιατί δεν πιστεύω στον εαυτό μου;

    Αν κάνεις κάποιο λάθος, το να κατακρίνεις τον εαυτό σου θα σε κάνει να αισθανθείς άσχημα και δεν θα αναρωτηθείς σχετικά με το τι θα μπορούσες να κάνεις καλύτερα την επόμενη φορά μαθαίνοντας από αυτό. Αν εστιάζεις μόνο σε όσα κάνεις λάθος, χάνεις επίσης αυτά που κάνεις σωστά και ακολούθως την ευκαιρία να επαναλάβεις το σωστό. Επιπλέον, είναι πολύ διαφορετικό να αναγνωρίσεις ότι κάτι δεν πήγε καλά, ότι έκανες ένα λάθος, από το να λες στον εαυτό σου “είμαι αποτυχημένος και ανίκανος”.

    Γύρισε στο παρελθόν και θυμήσου ποια προβλήματα έχεις καταφέρει να ξεπεράσεις;
    Τι σου δείχνει αυτό για εσένα;

    Ποια είναι τα χαρακτηριστικά στον εαυτό σου που εσύ εκτιμάς;

    Ποιες αρετές που εκτιμάς σε άλλους ανθρώπους έχεις και εσύ ο ίδιος;

    Ποια αρνητικά χαρακτηριστικά δεν έχεις ως άτομο;

    Πάρε μια “αγκαλιά” τον εαυτό σου, συμπόνεσέ τον για αυτά που έχει περάσει και μίλησε του όπως θα μιλούσες σε ένα άτομο για το οποίο νοιάζεσαι πραγματικά!
    Γίνε εσύ ο φροντιστικός γονιός του εαυτού σου!

    Γεωργία Βασσάλου,
    Ψυχολόγος, ΜSc
    Γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία

    Βιβλιογραφία:

    DeHart, T., Pelham, B. W., & Tennen, H. (2006). What lies beneath: Parenting style and implicit self-esteem. Journal of experimental social psychology, 42(1), 1-17.
    Fennell, M. (2016). Overcoming low self-esteem: A self-help guide using cognitive behavioural techniques. Hachette UK.
    Lindsey, E. W., Colwell, M. J., Frabutt, J. M., Chambers, J. C., & MacKinnon-Lewis, C. (2008). Mother-child dyadic synchrony in European American and African American families during early adolescence: Relations with self-esteem and prosocial behavior. Merrill-Palmer Quarterly (1982-), 289-315.
    MacDonald, G., & Leary, M. R. (2012). Individual differences in self-esteem.

    Το διαβάσαμε στο: efrosynifotinaki.gr

    ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ