Η φωτογραφία, η θάλασσα, το φως και η μοναξιά γίνονται μία ιστορία μέσα από τον φακό ενός ξεχωριστού καλλιτέχνη.
Οι φάροι, αυτά τα επιβλητικά σημάδια του ανθρώπινου μόχθου στη θάλασσα, δεν είναι απλώς λειτουργικά κτίσματα. Είναι σύμβολα προσανατολισμού, σωτηρίας και σιγουριάς. Για τους ναυτικούς, είναι η πρώτη ελπίδα πως η στεριά πλησιάζει. Για τους υπόλοιπους, είναι μια σιωπηλή υπενθύμιση του πόσο δυνατό μπορεί να είναι το φως μέσα στο σκοτάδι.

Ο φωτογράφος και ακαδημαϊκός Δημήτρης Προκοπίου έχει αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος του έργου του στη φωτογράφιση φάρων. Γοητευμένος από τη μοναξιά τους, την αρχιτεκτονική τους ιδιαιτερότητα, αλλά και το βαθύ συμβολισμό που φέρουν, έχει δημιουργήσει ένα φωτογραφικό σύμπαν γεμάτο αλάτι, πέτρα, φως και συναίσθημα.
«Κάθε φάρος είναι ένα φωτογραφικό προσκύνημα», λέει ο ίδιος. «Δεν είναι πάντα προσβάσιμοι. Πολλοί απαιτούν ταξίδι με πλοίο ή πεζοπορία. Όταν όμως φτάσεις κοντά τους και σταθείς απέναντί τους, πριν ακόμα σηκώσεις τη μηχανή, νιώθεις πλούσιος, γιατί το πρώτο σου κατόρθωμα είναι η άφιξη».
Ο Προκοπίου έχει φωτογραφίσει φάρους στην Ελλάδα, την Κύπρο, την Ισπανία, τη Μαδέιρα, τις Αζόρες, την Πορτογαλία και το Εδιμβούργο. Με το φακό του καταγράφει όχι απλώς το εξωτερικό περίγραμμα τους, αλλά την ψυχή τους. Συχνά χρησιμοποιεί φακούς μεγάλης εστιακής απόστασης και επιλέγει αναλογικά φιλμ για να αποδώσει την ατμόσφαιρα και τη μυσταγωγία του φωτός που εκπέμπουν. Συνεργάζεται με μοντέλα, τις δικές του «Μούσες», που προσδίδουν μια σχεδόν κινηματογραφική διάσταση στις λήψεις του, κάνοντας κάθε φωτογραφία να μοιάζει με σκηνή από ιστορία.


Δεν είναι τυχαίο που οι φάροι αποτέλεσαν έμπνευση για πολλούς καλλιτέχνες. Η μοναχικότητά τους, η επιβλητικότητα, η διαβρωμένη από την αλμύρα πέτρα τους, μιλούν στην ψυχή. Η λογοτεχνία, η ζωγραφική, η ποίηση, ο κινηματογράφος, ακόμα και τα παιχνίδια έχουν αντλήσει έμπνευση από αυτούς. Η φωτογραφία, φυσικά, δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη.
Ο Δημήτρης Προκοπίου γεννήθηκε στον Βόλο το 1972, με καταγωγή από τη Μακρινίτσα Πηλίου και τη Λεμεσό της Κύπρου, ενώ διατηρεί και κρητικές ρίζες. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Η σχέση του με τη φωτογραφία ξεκίνησε το 1992 και το 1996 φοίτησε στον Φωτογραφικό Κύκλο του Πλάτωνα Ριβέλλη. Από το 2003 είναι μέλος του Φωτογραφικού Κέντρου Θεσσαλονίκης και από το 2024 της φωτογραφικής ομάδας UMBRA, ενώ από το 2022 ανήκει στην Ελληνική Φωτογραφική Εταιρεία.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η επαγγελματική του διαδρομή περιλαμβάνει πληθώρα ατομικών και ομαδικών εκθέσεων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει εκθέσει το έργο του σε πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, η Αθήνα, η Ρόδος, η Μύκονος, το Παρίσι, η Χαϊδελβέργη, το Άμστερνταμ και η Βουδαπέστη. Έχει εκδώσει δύο λευκώματα: το «Παραλλάξεις» (2001) και το «Επιστροφή στο Παρίσι» (2023), ενώ φέτος παρουσίασε την έκθεση «Παρίσι – Μακρινίτσα», συνδέοντας τις δύο πατρίδες της καρδιάς του με τη δύναμη της εικόνας.

Εκτός από τη φωτογραφία, αρθρογραφεί στην εφημερίδα «Ροδιακή» της Ρόδου και στο traveldailynews.gr, διατηρώντας στενούς δεσμούς με το νησί της Ρόδου, το οποίο συχνά γίνεται μέρος των καλλιτεχνικών του αφηγήσεων.
Το έργο του Προκοπίου είναι βαθιά ανθρωποκεντρικό, ακόμη κι όταν το κεντρικό θέμα δεν είναι άνθρωπος αλλά ένα φάρος, μια πέτρα, ένα σύννεφο. Κάθε του φωτογραφία είναι ένα κάλεσμα προς τον θεατή να σταθεί, να παρατηρήσει, να νιώσει. Η αγάπη του για τη φωτογραφία είναι έμπρακτη, συνεχής και ειλικρινής — μια αγάπη που αντικατοπτρίζεται και στους φάρους που φωτογραφίζει: φως σταθερό, φωτεινό και διαχρονικό.

