Η Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία (ΕΠΕ) εξέδωσε ανακοίνωση σχετικά με τον ανθρώπινο μεταπνευμονοϊό (HMPV), επισημαίνοντας την ανάγκη για ενημέρωση και προσοχή, ιδιαίτερα κατά την περίοδο των κρυολογημάτων και των αναπνευστικών λοιμώξεων. Ο ανθρώπινος μεταπνευμονοϊός είναι γνωστός από το 2001 και δεν έχει άμεση σχέση με την Κίνα. Συνήθως προκαλεί συμπτώματα παρόμοια με το κοινό κρυολόγημα και αποτελεί μία από τις αιτίες των αναπνευστικών λοιμώξεων στα παιδιά, με ποσοστό που κυμαίνεται μεταξύ 10% και 12%.
Η Δρ. Αδαμαντία Λιαπίκου, Πνευμονολόγος και υπεύθυνη της Ομάδας Εργασίας της ΕΠΕ για τις λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος, εξηγεί ότι ο HMPV προκαλεί κυρίως λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε πιο σοβαρές καταστάσεις, όπως πνευμονία ή να επιδεινώσει υπάρχουσες ασθένειες, όπως άσθμα και Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ). Οι λοιμώξεις είναι πιο συχνές το χειμώνα, με τα ήπια περιστατικά να διαρκούν από μερικές ημέρες έως μία εβδομάδα.
Τα συμπτώματα του HMPV περιλαμβάνουν βήχα, πυρετό, καταρροή, πονόλαιμο, συριγμό και σε ορισμένες περιπτώσεις, δύσπνοια. Ο ιός μεταδίδεται με άμεση επαφή ή μέσω σταγονιδίων από το βήχα, ενώ οι ομάδες υψηλού κινδύνου περιλαμβάνουν τα παιδιά κάτω των 5 ετών (ιδιαίτερα τα πρόωρα βρέφη) και τα άτομα άνω των 65 ετών, καθώς και όσους έχουν αποδυναμωμένο ανοσοποιητικό σύστημα ή υποκείμενα νοσήματα, όπως άσθμα και ΧΑΠ.
Οι επιπλοκές από τον HMPV, όπως η βρογχιολίτιδα και η πνευμονία, εμφανίζονται κυρίως σε άτομα υψηλού κινδύνου και μπορεί να απαιτούν νοσηλεία. Η διάγνωση γίνεται με τη χρήση του film array, μιας μεθόδου που επιτρέπει την ταυτοποίηση πολλών ιών μέσω δείγματος από τον φάρυγγα ή τη ρινική κοιλότητα. Ωστόσο, δεν υπάρχουν διαθέσιμα self tests για τον ιό στην κοινότητα.
Η θεραπεία είναι κυρίως συμπτωματική και περιλαμβάνει την κατανάλωση υγρών, αντιπυρετικά, ξεκούραση και αποσυμφορητικά. Αν και δεν χορηγούνται αντιβιοτικά για τη θεραπεία του ιού, αυτά ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν για την αντιμετώπιση δευτερογενών λοιμώξεων. Η πρόληψη βασίζεται στην καλή υγιεινή, την αποφυγή επαφής με μολυσμένα άτομα και τη χρήση μάσκας όταν είναι απαραίτητο.
Η ΕΠΕ παρακολουθεί στενά την επιδημιολογική κατάσταση και τονίζει την ανάγκη ενημέρωσης και συνεργασίας με τους θεράποντες ιατρούς για την καλύτερη δυνατή φροντίδα των ασθενών.
