Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιάννης Στουρνάρας, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την ευρωπαϊκή οικονομία, επισημαίνοντας τις πιθανές επιπτώσεις των αυξημένων δασμών που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ.
Σε συνέντευξή του στους Financial Times, ο κ. Στουρνάρας έκανε λόγο για ένα «αρνητικό σοκ ζήτησης», το οποίο θα μπορούσε να επιβραδύνει σημαντικά την ανάπτυξη της ευρωζώνης, επηρεάζοντας τον πληθωρισμό και τη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
Η απόφαση της Ουάσινγκτον να επιβάλει δασμούς 20% στις περισσότερες ευρωπαϊκές εισαγωγές, σε συνδυασμό με τις ήδη αυξημένες επιβαρύνσεις στα κινεζικά προϊόντα, έχει δημιουργήσει ένα κλίμα αβεβαιότητας στις αγορές. Αναλυτές εκτιμούν ότι οι κινεζικές εξαγωγές ενδέχεται να στραφούν προς την Ευρώπη, αυξάνοντας την προσφορά και πιέζοντας τον πληθωρισμό προς τα κάτω. Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει τις αποφάσεις της ΕΚΤ σχετικά με τα επιτόκια, τα οποία είχαν μειωθεί σταδιακά στο 2,5% από τα μέσα του 2024.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, είχε αναφέρει ότι τα αντίμετρα της ΕΕ θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αύξηση του πληθωρισμού κατά 0,5%. Ωστόσο, ο κ. Στουρνάρας υποστήριξε την αντίθετη άποψη, θεωρώντας τους δασμούς ως «αντιπληθωριστικό μέτρο» που θα επιδεινώσει την οικονομική επιβράδυνση της Ευρώπης. Προειδοποίησε επίσης ότι η συνεχιζόμενη εμπορική ένταση δημιουργεί πρωτοφανή αβεβαιότητα για τις οικονομικές πολιτικές και τη χάραξη στρατηγικής ανάπτυξης.
Με τις αγορές να αναμένουν την επόμενη απόφαση της ΕΚΤ στις 17 Απριλίου, το ενδεχόμενο μιας περαιτέρω μείωσης των επιτοκίων φαίνεται αβέβαιο. Ο ίδιος ο κ. Στουρνάρας αρνήθηκε να σχολιάσει το αν μια μείωση κατά 50 μονάδες βάσης θα ήταν δικαιολογημένη υπό τις παρούσες συνθήκες.
Σε κάθε περίπτωση, η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Οι εκτιμήσεις για την ανάπτυξη της ευρωζώνης έχουν ήδη αναθεωρηθεί προς τα κάτω στο 0,9%, ενώ το εύρος των επιπτώσεων των δασμών εκτιμάται ότι μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω πτώση κατά 0,5% έως 1,0%. Η επόμενη περίοδος θα είναι καθοριστική για τη διαμόρφωση μιας νέας στρατηγικής που θα αποτρέψει το ενδεχόμενο ύφεσης.
