24.1 C
Αθήνα
Κυριακή, 24 Μαΐου, 2026
Magda's News
News

«Ο Αλέκος Παναγούλης σκοτώθηκε…»

Ο «μυστηριώδης» θάνατος του αγωνιστής κατά της χούντας των συνταγματαρχών σε τροχαίο δυστύχημα στην αρχή της λεωφόρου Βουλιαγμένης.

«Σκοτώθηκε ο Αλέκος Παναγούλης…Τον βρήκαν νεκρό μέσα στο αυτοκίνητό του…Τροχαίο δυστύχημα στη Βουλιαγμένης …» Ώρα 5 το πρωί, Πρωτομαγιά του 1976, σαν σήμερα πριν πενήντα χρόνια και η ταραγμένη φωνή (από το τηλέφωνο) του Γιάννη Βούλτεψη, διευθυντής σύνταξης στην ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ τότε, μου αναγγέλλει την τραγική είδηση με την εντολή «Φύγε». Συγκλονισμένος κι εγώ «έφυγα» γρήγορα για να καλύψω το γεγονός. Περίπου διακόσια μέτρα από το σπίτι που τότε έμενα είχε συμβεί το τροχαίο δυστύχημα. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Παναγούλης επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, με κατεύθυνση προς Γλυφάδα, για άγνωστο λόγο, είχε εκτραπεί της πορείας του και κατέληξε, με σφοδρότητα, στην είσοδο υπόγειου καταστήματος. Ο θάνατος ήταν ακαριαίος. Και ήταν Πρωτομαγιά του 1976, ακριβώς πενήντα χρόνια πριν, όταν ο αγωνιστής κατά της χούντας των συνταγματαρχών και μετέπειτα πολιτικός, Αλέκος Παναγούλης, άφηνε, σε ηλικία 36 ετών, την τελευταία του πνοή ύστερα από τροχαίο δυστύχημα, που από την πρώτη στιγμή χαρακτηρίστηκε ως ύποπτο.

Ο βίαιος θάνατος ενός νέου ανθρώπου, του Αλέκου Παναγούλη, που έγινε ένα από τα σύμβολα του αγώνα και η κεντρική φυσιογνωμία της αντίστασης κατά της επτάχρονης δικτατορίας, δίκαια προκάλεσε στους Έλληνες συγκίνηση και θλίψη, αλλά και αναστάτωση. Αναστάτωση, που είχε τη ρίζα της στο ενδεχόμενο, ότι τα αίτια του ατυχήματος μπορεί να μην ήταν τυχαία.

Υποστηρίχθηκε από πολλούς ότι ο Αλέκος Παναγούλης, που το μοιραίο εκείνο βράδυ επέστρεφε στο σπίτι του στην Α. Γλυφάδα οδηγώντας με μεγάλη ταχύτητα (όπως ανακοινώθηκε) το αυτοκίνητό του από διασκέδαση σε νυχτερινό κέντρο,, καταδιώχθηκε και με διάφορες μεθόδους τέθηκε εσκεμμένα εκτός πορείας, από ανθρώπους που τον ήθελαν νεκρό, χωρίς όμως τελικά να αποδειχθεί τίποτα σχετικό. Δυσκολευτήκαμε όλοι τότε, όσοι επαγγελματικά ασχοληθήκαμε με την υπόθεση , να χωνέψουμε πως δεν επρόκειτο για τυχαίο γεγονός. Κάναμε έρευνες, γράψαμε σενάρια, πολλοί κατέφυγαν και στην παγκοσμίως γνωστή Ιταλίδα δημοσιογράφο Οριάνα Φαλάτσι, την σύντροφο του Παναγούλη, «να βρει τους δολοφόνους», μα όλες οι έρευνες της αστυνομίας και των δημοσιογράφων δεν κατέληξαν πουθενά. «Ήταν ατύχημα. Τελεία και παύλα» θα γράψει πολύ αργότερα ο Βασίλης Βασιλικός.

Ποιος ήταν ο Αλέκος Παναγούλης και γιατί ο βίαιος θάνατός του προκάλεσε στους Έλληνες συγκίνηση και θλίψη, αλλά και αναστάτωση. Γεννημένος στη Γλυφάδα το 1939 με καταγωγή από την Ηλεία και τη Λευκάδα, ο Παναγούλης σπούδασε στη Σχολή Μηχανολόγων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 εντάχθηκε στη νεολαία της Ένωσης Κέντρου συμμετέχοντας ενεργά στις κινητοποιήσεις της περιόδου. Επρόκειτο για μια πολιτική ενεργοποίηση που καθόρισε τη συνολική του στάση απέναντι στα κοινά, συμβάλλοντας και στη διαμόρφωση της θέσης του έναντι του ανελεύθερου καθεστώτος των συνταγματαρχών.

Η απόπειρα δολοφονίας

Η 21η Απριλίου βρήκε τον Παναγούλη στη Βέροια, όπου υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία. Σύντομα όμως αποφάσισε να λιποτακτήσει προκειμένου να οργανωθεί στην αντίσταση κατά του καθεστώτος. Πράγματι, λίγες εβδομάδες αργότερα, ίδρυσε την οργάνωση «Ελληνική Αντίσταση» σε μια προσπάθεια να κινητοποιήσει δυνάμεις ενάντια στη χούντα των συνταγματαρχών. Αφού μετέβη για ένα διάστημα στην Κύπρο, επέστρεψε μυστικά στην Ελλάδα προκειμένου να εκτελέσει το πλέον παρακινδυνευμένο εγχείρημα: τη δολοφονία του Γεωργίου Παπαδόπουλου. Έτσι, στις 13 Αυγούστου 1968 ο Παναγούλης ενεργοποίησε εκρηκτικό μηχανισμό που είχε τοποθετήσει στη λεωφόρο Σουνίου, πάνω στη διαδρομή που ακολουθούσε καθημερινά ο Παπαδόπουλος, με στόχο την ανατίναξη του αυτοκινήτου του. Η αποτυχία όμως της απόπειρας θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην επιτόπου σύλληψή του. Η απόπειρα δολοφονίας του Παπαδόπουλου από τον Παναγούλη συνιστά αναμφισβήτητα σημείο καμπής για την αντίσταση κατά της δικτατορίας, αναδεικνύοντάς τον σε κορυφαία μορφή του αγώνα κατά του αυταρχικού καθεστώτος. Τη σύλληψή του θα ακολουθήσουν σκληρά βασανιστήρια μέχρι τη δίκη του ίδιου και άλλων δεκατεσσάρων κατηγορουμένων, στις αρχές Νοεμβρίου του 1968. Ενώπιον του Έκτακτου Στρατοδικείου Αθηνών, ο Παναγούλης θα αναλάβει την πλήρη ευθύνη της πράξης του και θα περιγράψει τα βασανιστήρια στα οποία είχε υποβληθεί. Το δικαστήριο θα τον καταδικάσει δις εις θάνατον, ενώ ο ίδιος αρνήθηκε να υποβάλει αίτηση χάριτος. Τελικά η ποινή δεν εκτελέστηκε λόγω της συντονισμένης και δυναμικής αντίδρασης της διεθνούς κοινής γνώμης.

Κρατούμενος

Με εξαίρεση ένα διάστημα που κατάφερε να δραπετεύσει αλλά συνελήφθη εκ νέου, ο Παναγούλης παρέμεινε κρατούμενος στις φυλακές Μπογιατίου για τα επόμενα πέντε χρόνια υπομένοντας σκληρά βασανιστήρια. Τελικά, αποφυλακίστηκε τον Αύγουστο του 1973 μετά την ορκωμοσία του Παπαδόπουλου ως νέου «Προέδρου της Δημοκρατίας», που συνοδεύθηκε από την άρση του στρατιωτικού νόμου και τη χορήγηση γενικής αμνηστίας. Πλέον, η μορφή του Παναγούλη είχε εν πολλοίς ταυτιστεί με την ίδια την αντίσταση κατά του καθεστώτος, αποκτώντας χαρακτηριστικά ηγετικής φυσιογνωμίας του αντιδικτατορικού αγώνα, τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων. Από την Ιταλία, όπου παρέμεινε μέχρι το καλοκαίρι του 1974, ο Παναγούλης συνέχισε την άοκνη προσπάθεια ενημέρωσης της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης και συντονισμού των δράσεων για την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Η πτώση της δικτατορίας και η ανάληψη της προεδρίας της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή τον βρήκαν στο εξωτερικό. Επέστρεψε στην Αθήνα στις 13 Αυγούστου 1974, κατά την έκτη επέτειο της απόπειρας κατά του Παπαδόπουλου, σε μια κίνηση με προφανείς συμβολισμούς. Σύντομα πρωτοστάτησε στην ανασύσταση της Ελληνικής Δημοκρατικής Νεολαίας (ΕΔΗΝ) της οποίας ορίστηκε επικεφαλής, θέση που διατήρησε μέχρι τον θάνατό του.

Με την Οριάνα Φαλάτσι

Πολιτικός

Στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974 ο Αλέκος Παναγούλης κατήλθε ως υποψήφιος με την Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις και εξελέγη βουλευτής στη Β΄ εκλογική περιφέρεια της Αθήνας. Επρόκειτο άραγε για ιστορική αναγκαιότητα, δικαίωση ή για μια νέα εκκίνηση; Η απάντηση σε ένα ανάλογο ερώτημα δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Αν ώς την εκλογή του ο Παναγούλης είχε ταυτιστεί στη δημόσια σφαίρα με την εικόνα τού –εν πολλοίς μοναχικού– αγωνιστή ενάντια σε ένα ανελεύθερο καθεστώς, πλέον υπό το πρίσμα της νέας του ιδιότητας τα δεδομένα είχαν μεταβληθεί. Ως βουλευτής της πρώτης μεταπολιτευτικής Βουλής δεσμεύθηκε στην ανάγκη πλήρους εκδημοκρατισμού του κρατικού μηχανισμού μέσα από μια διαδικασία ουσιαστικής και εις βάθος κάθαρσης, την οποία θεωρούσε προαπαιτούμενο μιας πραγματικής δημοκρατίας.

Από τις αρχές του 1975, με δημόσιες παρεμβάσεις, ο βουλευτής της ΕΚ-ΝΔ επέλεξε να αναδείξει τις ευθύνες των πραξικοπηματιών και των συνεργατών τους αλλά και τον ρόλο της αντίστασης. Με συνεντεύξεις του στρεφόταν ανοικτά κατά των βασανιστών του εκθέτοντας τις μεθόδους τους, με στόχο να διαφωτίσει την κοινή γνώμη και να την ενεργοποιήσει περαιτέρω στην κατεύθυνση μιας εις βάθος αποκάθαρσης από τα κατάλοιπα της δικτατορίας. Άλλωστε, για τον ίδιο λόγο θα διαφωνήσει με την ηγεσία του κόμματός του και θα επιλέξει να διαχωρίσει τη θέση του από αυτό, παραμένοντας ανεξάρτητος βουλευτής του ελληνικού ΚοινοβουλίουEνα τεράστιο πλήθος εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών ακολουθεί το φέρετρο του Αλέκου Παναγούλη προς το Α΄ Νεκροταφείο. Η απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου, τα βασανιστήρια που υπέστη ο Παναγούλης και η δίκη που ακολούθησε τον κατέστησαν σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα.

Το αυτοκίνητο του Αλέκου Παναγούλη, στο σημείο όπου σταμάτησε η μοιραία του πορεία

Αρχεία ΕΑΤ-ΕΣΑ

Στο πλαίσιο της δέσμευσής του για μια εις βάθος κάθαρση, ο Παναγούλης απέκτησε πρόσβαση σε τμήμα των αρχείων της ΕΣΑ (Ελληνική Στρατιωτική Αστυνομία), το οποίο επέλεξε να δημοσιεύσει από τις 19 Απριλίου 1976 στον ημερήσιο Τύπο. Επρόκειτο για φωτοτυπίες σημειωμάτων, εκθέσεων, καταλόγων αντιστασιακών και αναφορών, η δημοσίευση των οποίων προκάλεσε έντονες επιφυλάξεις τόσο ως προς τη γνησιότητά τους όσο και ως προς τη σκοπιμότητα της δημοσιοποίησής τους με αυτόν τον τρόπο. Τελικά, με εντολή του επιτρόπου του Διαρκούς Στρατοδικείου η δημοσίευση των εγγράφων απαγορεύθηκε προκειμένου να ελεγχθεί η εγκυρότητά τους. Ποιος ήταν, όμως, ο στόχος του Παναγούλη; Σύμφωνα με τον ίδιο, μέσα από τα εν λόγω αρχεία θα αποκαλυπτόταν η δράση συνεργατών της δικτατορίας πέραν όσων είχαν ήδη δικαστεί και καταδικαστεί, εκθέτοντας πρόσωπα που είχαν συμβάλει στη συγκάλυψή τους. Σε αυτό το πλαίσιο προέβη σε προσωπικές επιθέσεις εναντίον του υπουργού Εθνικής Αμύνης Ευάγγελου Αβέρωφ, στον οποίο χρέωνε προσπάθεια απόκρυψης των εν λόγω στοιχείων, γεγονός που επέτεινε το ευρύτερο κλίμα εικασιών. Σε κάθε περίπτωση, η δημοσιοποίηση αυτών των στοιχείων με τρόπο που παράκαμπτε τη νόμιμη οδό της Δικαιοσύνης δεν μπορούσε παρά να δημιουργεί προβληματισμό για τα αποτελέσματα που θα μπορούσε να παραγάγει.

Λίγες μόνον ημέρες μετά τη διακοπή της δημοσίευσης, ενώ είχε ανακοινώσει την πρόθεσή του να προσκομίσει τα εν λόγω τεκμήρια στη Βουλή, ο Παναγούλης θα σκοτωθεί στο μοιραίο αυτοκινητικό δυστύχημα της 1ης Μαΐου. Η σύνδεση της υπόθεσης των αρχείων της ΕΣΑ με τον θάνατό του από σημαντικό μέρος του Τύπου και των εκπροσώπων της αντιπολίτευσης επρόκειτο να δυναμιτίσει εκ νέου το κλίμα, ενισχύοντας τα σενάρια που ήθελαν τον βουλευτή να πέφτει θύμα των λεγομένων «σταγονιδίων» του καθεστώτος που παρέμεναν ενεργά. Έτσι, το αμφιλεγόμενο τροχαίο στο οποίο έχασε τη ζωή του ήταν αναμενόμενο να συσχετιστεί –τουλάχιστον όσο η διαλεύκανσή του παρέμενε εκκρεμής– με τα εν λόγω σενάρια.

«Τελεία και παύλα»

Επρόκειτο λοιπόν για τροχαίο δυστύχημα ή εγκληματική ενέργεια; Έναντι της κυβερνητικής δέσμευσης για πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης, η οποία μάλιστα προερχόταν από τον ίδιο τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή, η αντιπολίτευση έδειχνε να παραμένει επιφυλακτική, επιμένοντας ότι δεν θα έπρεπε να μείνει καμία σκιά στην υπόθεση. Την ίδια στιγμή, για σημαντικό τμήμα της κοινής γνώμης η εκδοχή της εγκληματικής ενέργειας έδειχνε πειστικότερη, παρά το γεγονός ότι τα ευρήματα δεν συνηγορούσαν προς αυτή την κατεύθυνση. Σε κάθε περίπτωση, η συμμετοχή χιλιάδων πολιτών στην κηδεία αποτέλεσε την αναμφισβήτητη δικαίωση των διαρκών αγώνων που είχε δώσει κατά τη σύντομη ζωή του. Έτσι, ο Αλέκος Παναγούλης γινόταν και πάλι -αυτή τη φορά ως νεκρός- σύμβολο. Όσον αφορά την εκδοχή της εγκληματικής ενέργειας είναι χαρακτηριστικό αυτό που έγραψε ο Βασίλης Βασιλικός περίπου ένα χρόνο μετά και ενώ οι έρευνες είχαν ολοκληρωθεί: «Ήταν ατύχημα. Τελεία και παύλα»…

Related posts

Συμφωνία «κλειδί» ΕΑΒ και Embraer: Η Ελλάδα χτίζει «ομπρέλα» υποστήριξης για τα C-390

Δεν θα ταξιδέψει στο Ισραήλ η Εθνική Γυναικών Χάντμπολ λόγω της εμπόλ�

ChrisTsiora

Παράδειγμα για την Ευρώπη ο «ψηφιακός κόφτης» της Ελλάδας για τους αν�

ChrisTsiora