Αν υπάρχει ένα πολιτικό σπορ που άνθησε όσο λίγα στα χρόνια της διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, είναι η μόνιμη σεναριολογία περί πρόωρων εκλογών. Από το καλοκαίρι του 2019 μέχρι και τη σημερινή συζήτηση περί «τοξικότητας», σχεδόν κάθε δύσκολη στιγμή για την κυβέρνηση, όπως γράφει ο Χρήστος Μυτιλινιός στην εφημερίδα «Political», βαφτίστηκε από κάποιους ως προπομπός κάλπης. Άλλοτε με αφορμή την απλή αναλογική, άλλοτε την πανδημία, άλλοτε την ακρίβεια, τις υποκλοπές, τα Τέμπη, τις ευρωεκλογές, τον ΟΠΕΚΕΠΕ ή τη γενικότερη ένταση στο πολιτικό κλίμα.
Επανειλημμένες διαψεύσεις
Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν σταθερά το ίδιο: οι πρόωρες εκλογές προβλέπονταν, αλλά δεν γίνονταν. Η πρώτη εθνική κάλπη επί Μητσοτάκη στήθηκε τελικά στις 21 Μαΐου 2023, με τη θητεία της κυβέρνησης να λήγει τον Ιούλιο, δηλαδή στο τέλος του πολιτικού κύκλου της πρώτης τετραετίας και όχι ως αιφνιδιαστική φυγή προς τις κάλπες. Αυτό από μόνο του αρκεί για να καταρρεύσει ο βασικός μύθος των τελευταίων ετών. Γιατί όποιος κοιτάξει ψύχραιμα την πορεία από το 2019 ως σήμερα, βλέπει κάτι απολύτως συγκεκριμένο: οι αφορμές αλλάζουν, ο… κουβάς μένει ίδιος. Στην πραγματικότητα, δεν μιλάμε για μία ή δύο αποτυχημένες εκτιμήσεις. Μιλάμε για ένα διαρκές πολιτικό ανακλαστικό, που ενεργοποιείται κάθε φορά που η κυβέρνηση μπαίνει σε πίεση. Κι όμως, παρά τη θορυβώδη αναπαραγωγή του, το αφήγημα σπάει ξανά και ξανά πάνω στην ίδια πραγματικότητα: ο Μητσοτάκης έχει επιμείνει επανειλημμένα ότι θέλει να εξαντλεί τον εκλογικό κύκλο και όταν ρωτήθηκε σε κρίσιμες στιγμές, είτε στη ΔΕΘ είτε σε κοινοβουλευτικές αντιπαραθέσεις είτε μέσω των κυβερνητικών εκπροσώπων, η απάντηση ήταν σταθερή. Όχι πρόωρες εκλογές.
Η πρώτη… φουρνιά
Η πρώτη μεγάλη φουρνιά αυτής της εκλογολογίας εμφανίστηκε σχεδόν αμέσως μετά τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας το 2019. Πριν καλά καλά στεγνώσει το μελάνι της εκλογικής αναμέτρησης της 7ης Ιουλίου, άρχισαν να κυκλοφορούν τα πρώτα σενάρια ότι ο πρωθυπουργός θα πήγαινε νωρίς σε διπλές κάλπες για να «κάψει» την απλή αναλογική και να προλάβει έναν μελλοντικό θεσμικό πονοκέφαλο. Ήταν η περίοδος όπου η εκλογική αριθμητική παρουσιαζόταν ως αρκετός λόγος για έναν τακτικό αιφνιδιασμό. Κάπως έτσι προέκυψαν οι πρώτες τέσσερις αποτυχημένες προβλέψεις: εκλογές την άνοιξη του 2020, εκλογές μέσα στο 2020, εκλογές με καθαρά τεχνικό στόχο να παρακαμφθεί η απλή αναλογική και εκλογές ως «έξυπνη» τακτική κίνηση πριν αρχίσει οποιαδήποτε φθορά. Τίποτα από αυτά δεν συνέβη. Αντίθετα, η κυβέρνηση επέλεξε να κυβερνήσει και όχι να αναζητήσει πολιτική βολή μέσω μιας τεχνητής προεκλογικής περιόδου.
Το 2021 ήταν η χρονιά όπου η σεναριολογία άρχισε να παίρνει σχεδόν μόνιμη μορφή. Η χώρα έβγαινε δύσκολα από την υγειονομική ασφυξία, η οικονομία προσπαθούσε να ξαναβρεί βηματισμό και οι γνωστοί κύκλοι επανάφεραν τη θεωρία ότι ο Μητσοτάκης θα εκμεταλλευόταν το παράθυρο ανάκαμψης για να ζητήσει νέα λαϊκή εντολή. Έτσι, προστέθηκαν άλλες τέσσερις «βεβαιότητες» στο πολιτικό αρχείο της λανθασμένης πρόβλεψης: εκλογές το φθινόπωρο του 2021, εκλογές πριν μπει το 2022, εκλογές λόγω ανάκαμψης της οικονομίας και εκλογές ως τρόπον τινά αξιοποίηση του κυβερνητικού momentum. Στη ΔΕΘ του 2021, όμως, ο ίδιος ο πρωθυπουργός έκοψε τον βήχα των σεναρίων, λέγοντας καθαρά ότι η κυβέρνηση θα εξαντλήσει την τετραετία. Ήταν ίσως η πρώτη ηχηρή δημόσια υπενθύμιση ότι άλλο οι τίτλοι και άλλο η πραγματική στρατηγική του Μαξίμου.
Πολιτική εμμονή
Από εκεί και πέρα, η χρονιά 2022 μετέτρεψε το φαινόμενο σε πολιτική εμμονή. Πόλεμος στην Ουκρανία, ενεργειακή κρίση, πληθωριστική πίεση, κοινωνική αγωνία, όλα χρησιμοποιήθηκαν ως «στοιχεία» για να υποστηριχθεί το ίδιο συμπέρασμα: ότι ο Μητσοτάκης, αργά ή γρήγορα, θα πάει σε κάλπες πριν η φθορά γίνει ανεξέλεγκτη. Έτσι προστέθηκαν άλλες έξι αποτυχημένες προβλέψεις. Εκλογές την άνοιξη του 2022 λόγω ακρίβειας. Εκλογές πριν από το καλοκαίρι για να μη βαρύνει περισσότερο το οικονομικό κλίμα. Εκλογές τον Σεπτέμβριο. Εκλογές αμέσως μετά τη ΔΕΘ. Εκλογές μετά τον προϋπολογισμό. Εκλογές ως απάντηση στην αυξανόμενη πόλωση. Η απάντηση, όμως, ερχόταν ξανά και ξανά από επίσημα χείλη. Ο Γιάννης Οικονόμου δήλωνε ότι οι σχετικές συζητήσεις είναι εκτός τόπου και χρόνου, ενώ αργότερα ο ίδιος ο Μητσοτάκης στη ΔΕΘ του 2022 είπε το περίφημο τριπλό «όχι»: όχι σε πρόωρες εκλογές, όχι σε αλλαγή εκλογικού νόμου, όχι σε ανασχηματισμό. Εκεί, στην πραγματικότητα, καταγράφηκε ίσως ο μεγαλύτερος κουβάς της πρώτης τετραετίας.
Το 2023 τούς διέψευσε όλους
Το αποκορύφωμα αυτής της συλλογικής πολιτικής αυταπάτης ήρθε το 2023. Για σχεδόν τέσσερα χρόνια, ατελείωτα δημοσιεύματα, αναλύσεις και διαρροές περιέγραφαν ως αναπόφευκτη μια πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Κι όμως, όταν τελικά ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε τις εκλογές, αυτές τοποθετήθηκαν για τις 21 Μαΐου 2023, με το τέλος της κυβερνητικής θητείας να έρχεται λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Ιούλιο. Με απλά λόγια, όχι μόνο δεν επιβεβαιώθηκαν οι εραστές του αιφνιδιασμού, αλλά καταγράφηκε και μια καθαρή πολιτική πραγματικότητα: ο Μητσοτάκης δεν έφυγε πρόωρα, αλλά πήγε σε εκλογές στο κλείσιμο του κύκλου της πρώτης θητείας του. Το γεγονός ότι ακολούθησε δεύτερη κάλπη τον Ιούνιο ήταν αποτέλεσμα του εκλογικού συστήματος και όχι κάποιου ξαφνικού κυβερνητικού σχεδιασμού. Αυτή ήταν η δέκατη πέμπτη μεγάλη διάψευση των Κασσανδρών.
Η ίδια «κασέτα» ξανά και ξανά
Θα περίμενε κανείς ότι μετά από ένα τέτοιο ηχηρό στραπάτσο το αφήγημα θα μαζευόταν. Δεν έγινε τίποτα τέτοιο. Αντιθέτως, μετά τη δεύτερη εκλογική νίκη της Νέας Δημοκρατίας το καλοκαίρι του 2023, η εκλογολογία επανήλθε σαν να μην είχε προηγηθεί η παραμικρή διάψευση. Οι μεγάλες πυρκαγιές του ίδιου καλοκαιριού γέννησαν τη δέκατη έκτη αποτυχημένη πρόβλεψη: ότι η κυβέρνηση θα επιχειρούσε να ανανεώσει νωρίς τη νομιμοποίησή της πριν μετατραπεί η πίεση σε φθορά. Λίγους μήνες αργότερα, με τα αυτοδιοικητικά αποτελέσματα, εμφανίστηκε η δέκατη έβδομη εκδοχή: ότι το Μαξίμου θα διάβαζε τα σύνθετα μηνύματα της κάλπης ως προειδοποίηση και θα επανασχεδίαζε το τοπίο μέσω εθνικών εκλογών. Καμία από τις δύο δεν είχε αντίκρισμα. Η κυβέρνηση συνέχισε κανονικά τον κύκλο της, επιβεβαιώνοντας ότι άλλο η ανάγνωση των πολιτικών συσχετισμών και άλλο η απόφαση να τιναχθεί στον αέρα μια νωπή τετραετία.
Η πρόταση δυσπιστίας
Το 2024, η τραγωδία των Τεμπών επανήλθε με σφοδρότητα στο κέντρο της πολιτικής σύγκρουσης. Η πρόταση δυσπιστίας, η μεγάλη κοινωνική ένταση και οι κινητοποιήσεις γέννησαν ξανά γνωστές βεβαιότητες. Η δέκατη όγδοη αποτυχημένη πρόβλεψη έλεγε ότι αν η κυβέρνηση πιεστεί έντονα, θα επιλέξει τις κάλπες ως διέξοδο. Η δέκατη ένατη υποστήριζε ότι η συνολική πίεση θα καταστήσει πολιτικά αδύνατη τη συνέχιση της θητείας. Η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Η κυβέρνηση επιβίωσε της πρότασης δυσπιστίας, διατήρησε την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία και ο Μητσοτάκης απέκλεισε πρόωρες εκλογές. Το Reuters κατέγραψε τότε καθαρά ότι, παρά την πίεση, ο πρωθυπουργός απέρριψε το ενδεχόμενο κάλπης και μίλησε για θεσμικές και λειτουργικές παρεμβάσεις έως το 2027.
Σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθαν οι ευρωεκλογές του 2024 για να γεννήσουν άλλες δύο λανθασμένες προβλέψεις. Πριν την αναμέτρηση ακούστηκε ότι, αν το αποτέλεσμα είναι χαμηλότερο του αναμενομένου, θα ανοίξει κουβέντα για εθνικές κάλπες. Μετά την αναμέτρηση ακούστηκε το αντίστροφο: ότι η φθορά που αποτυπώθηκε θα οδηγήσει τον πρωθυπουργό σε αναζήτηση νέας ισχυρής εντολής. Και πάλι, τίποτα. Όπως ακριβώς δεν έγινε τίποτα και με τα σενάρια που συνόδευσαν ανασχηματισμούς, κοινωνικές διαμαρτυρίες ή επιμέρους κυβερνητικές δυσκολίες. Το μοτίβο είχε πλέον παγιωθεί: κάθε πολιτικό γεγονός βαφτίζεται προεκλογικός προάγγελος, αλλά δεν αποδεικνύεται ποτέ τέτοιος.
Από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στην «τοξικότητα»
Το 2025 έφερε άλλη μία φάση πίεσης, αυτή τη φορά με το σκάνδαλο των αγροτικών επιδοτήσεων και τη συζήτηση για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Αμέσως ξεκίνησε νέο κύμα αναλύσεων ότι η υπόθεση μπορεί να εξελιχθεί σε παράγοντα αποσταθεροποίησης και να οδηγήσει τον πρωθυπουργό σε κάλπες. Ήταν η εικοστή αποτυχημένη πρόβλεψη. Λίγο αργότερα, ενόψει της ΔΕΘ του 2025, άνοιξε άλλη μία παραλλαγή του ίδιου έργου: αν είναι να πάει σε εκλογές, «τώρα είναι το παράθυρο». Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, όμως, ξεκαθάριζε ότι δεν υπάρχουν σκέψεις για πρόωρες εκλογές, ενώ ο Μητσοτάκης επανερχόταν στη γνωστή γραμμή της εξάντλησης της τετραετίας. Ήταν η εικοστή πρώτη διάψευση.
Και φτάνουμε στο 2026, όπου η συζήτηση πήρε νέο περιτύλιγμα. Άλλοι μίλησαν για πρόωρες εκλογές λόγω δημοσκοπικής ανάκαμψης, ώστε ο πρωθυπουργός να «κεφαλαιοποιήσει» το ευνοϊκό κλίμα. Άλλοι μίλησαν για πρόωρες κάλπες λόγω τοξικότητας, με το επιχείρημα ότι το κλίμα έχει βαρύνει τόσο, ώστε μόνη λύση είναι μια νέα προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία. Έτσι καταγράφηκαν η εικοστή δεύτερη και η εικοστή τρίτη αποτυχημένες προβλέψεις. Τον Μάρτιο του 2026, ωστόσο, ο ίδιος ο Μητσοτάκης απέρριψε κατηγορηματικά οποιαδήποτε συζήτηση για πρόωρες εκλογές, δηλώνοντας ότι σκοπός του είναι να εξαντλήσει τον εκλογικό κύκλο, ενώ λίγες ημέρες αργότερα ο Παύλος Μαρινάκης είπε καθαρά ότι οι εκλογές θα γίνουν το 2027 και ότι ο πρωθυπουργός δεν ακούει καν εισηγήσεις για πρόωρη κάλπη.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία όλης της υπόθεσης. Στα χρόνια του Κυριάκου Μητσοτάκη, οι πρόωρες εκλογές λειτούργησαν ως διαρκές πολιτικό αφήγημα τρίτων, όχι ως πραγματική κυβερνητική στρατηγική. Είτε το σενάριο ντύθηκε με τον μανδύα της απλής αναλογικής, είτε της πανδημίας, είτε της ακρίβειας, είτε των Τεμπών, είτε της δημοσκοπικής πίεσης, είτε τώρα της «τοξικότητας», το ταμείο βγάζει το ίδιο συμπέρασμα: οι Κασσάνδρες δεν προέβλεψαν, απλώς επανέλαβαν την ίδια ελπίδα ή τον ίδιο φόβο. Και κάθε φορά, ο λογαριασμός της πραγματικότητας τους έστελνε στον ίδιο γνωστό προορισμό. Στον κουβά.
Στον αέρα οι δήθεν βεβαιότητες
Άρα, όποιος σήμερα ξανακούσει ότι «ο Μητσοτάκης πάει σε πρόωρες εκλογές», καλό είναι να θυμηθεί κάτι πολύ απλό. Το έργο αυτό έχει παιχτεί πάρα πολλές φορές από το 2019 μέχρι τώρα. Άλλαζαν οι αφορμές, άλλαζαν οι ατάκες, άλλαζαν οι δήθεν βεβαιότητες. Δεν άλλαξε ποτέ η κατάληξη. Και με τα σημερινά δεδομένα, όλα δείχνουν ότι η ιστορία θα γραφτεί ξανά με τον ίδιο τρόπο: όχι με αιφνιδιασμό, αλλά με εκλογές στο τέλος της τετραετίας. Γιατί, τελικά, ο πιο σταθερός θεσμός αυτής της περιόδου δεν ήταν οι πρόωρες κάλπες. Ήταν ο διαχρονικός κουβάς όσων τις «έβλεπαν» παντού.
…
