Πολύ πριν εμφανιστούν τα αντιβιοτικά, οι θεραπευτές των αρχαίων χρόνων χρησιμοποιούσαν ένα φυσικό προϊόν για την καταπολέμηση των λοιμώξεων και την επούλωση τραυμάτων: το μέλι. Σήμερα, η σύγχρονη επιστήμη δείχνει ότι η επιλογή τους δεν ήταν καθόλου τυχαία.
Μελέτες δείχνουν ότι το μέλι διαθέτει ισχυρές αντιμικροβιακές ιδιότητες, ικανές να εξουδετερώνουν ή να περιορίζουν την ανάπτυξη πολλών βακτηρίων, ακόμα και εκείνων που έχουν αναπτύξει αντοχή στα αντιβιοτικά. Σε μια εποχή όπου η μικροβιακή αντοχή αποτελεί σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία, αυτή η δυνατότητα καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική.
Η μικροβιακή αντοχή, δηλαδή η ικανότητα των μικροβίων να επιβιώνουν παρά τη χρήση φαρμάκων που στοχεύουν στην εξόντωσή τους, καθιστά πολλές λοιμώξεις δύσκολες και δαπανηρές στη θεραπεία. Η αναζήτηση νέων ή συμπληρωματικών λύσεων είναι πλέον επιτακτική.
Η ερευνήτρια Kenya Fernandes από το Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ παρουσίασε σε άρθρο της στο The Conversation μελέτη που δημοσιεύτηκε στο MicrobiologyOpen, η οποία υπογραμμίζει τον ρόλο του μελιού από την ιθαγενή χλωρίδα της Αυστραλίας ως πιθανή λύση.
Η μελέτη
Οι επιστήμονες ανέλυσαν 56 δείγματα μελιού από πάνω από 35 μελισσοκομεία στη Νέα Νότια Ουαλία, πολλά από περιοχές που ανακάμπτουν μετά τις πυρκαγιές 2019–2020. Τα δείγματα προέρχονταν κυρίως από ιθαγενή φυτά όπως ο ευκάλυπτος, το manuka και το τσαγιόδεντρο (melaleuca).
Τα μέλια δοκιμάστηκαν απέναντι σε δύο επικίνδυνα βακτήρια, τον χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο (Staphylococcus aureus) και το E. coli, σημαντικούς παράγοντες θνησιμότητας λόγω αντοχής στα αντιβιοτικά. Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό: πάνω από τα τρία τέταρτα των δειγμάτων ανέστειλαν την ανάπτυξη βακτηρίων ακόμα και σε αραίωση 10% ή λιγότερο, κατατάσσοντάς τα ανάμεσα στις ισχυρότερες ποικιλίες παγκοσμίως.
Το μυστικό της αντιβακτηριακής δύναμης
Ο καθοριστικός παράγοντας ήταν η ποικιλία των φυτών από τα οποία προέρχεται το μέλι. Τα μέλια από μικτές ανθοφορίες ήταν σταθερά πιο δραστικά από αυτά που προέρχονταν από ένα μόνο είδος φυτού.
Η ισχύς του μελιού δεν οφείλεται σε ένα μόνο συστατικό, αλλά σε έναν συνδυασμό βιοδραστικών παραγόντων: φυσικό υπεροξείδιο του υδρογόνου, φαινολικές ενώσεις φυτικής προέλευσης, αντιοξειδωτικά, χαμηλή υγρασία και υψηλή οξύτητα. Όταν τα βακτήρια έρχονται σε επαφή με το μέλι:
-
η χαμηλή υγρασία αποσπά νερό από τα κύτταρα τους,
-
η οξύτητα διαταράσσει τον μεταβολισμό,
-
το υπεροξείδιο του υδρογόνου βλάπτει τις κυτταρικές δομές,
-
οι φαινολικές και αντιοξειδωτικές ενώσεις εμποδίζουν την αναπαραγωγή τους.
Αυτή η «πολυεπίπεδη επίθεση» καθιστά πολύ πιο δύσκολη την ανάπτυξη αντοχής σε σύγκριση με τα φάρμακα που στοχεύουν έναν μόνο μηχανισμό.
Τι σημαίνει για τη μικροβιακή αντοχή
Το μέλι δεν αντικαθιστά τα αντιβιοτικά σε σοβαρές ή συστηματικές λοιμώξεις, αλλά για τοπική χρήση – όπως σε χρόνιες πληγές, εγκαύματα ή λοιμώξεις μετά από χειρουργικά τραύματα – προσφέρει μια επιστημονικά τεκμηριωμένη επιλογή.
Η ερευνήτρια τονίζει επίσης ότι η ποιότητα του μελιού εξαρτάται από την υγεία των μελισσών και τη βιοποικιλότητα της περιοχής. Οι μέλισσες που συλλέγουν από πλούσια και ποικιλόμορφη χλωρίδα παράγουν μέλι με υψηλότερη βιοδραστικότητα.
Σε μια εποχή που η μικροβιακή αντοχή απειλεί την ιατρική πρόοδο, η επιστροφή σε φυσικά προϊόντα με αποδεδειγμένη δράση γίνεται κρίσιμη. Το μέλι, πέρα από γλυκαντικό, αποτελεί ένα τρόφιμο με σημαντική θεραπευτική αξία. Ίσως το επόμενο βαζάκι στο ντουλάπι μας να έχει περισσότερη δύναμη απ’ όση φανταζόμαστε.
