Μήνυση κατά της Εθνικής Πινακοθήκης κατέθεσε ο πρόεδρος του πολιτικού κόμματος Νίκη, Δημήτρης Νατσιός, εξαιτίας ενός βίντεο που προβάλλεται στον τρίτο όροφο του μουσείου. Η ενέργεια αυτή έρχεται μία εβδομάδα μετά την αμφιλεγόμενη εισβολή του βουλευτή της Νίκης, Νίκου Παπαδόπουλου, στην ίδια πινακοθήκη, μαζί με τον υποψήφιο ευρωβουλευτή Διονύση Μακρή, οι οποίοι βανδάλισαν τέσσερις πίνακες που θεώρησαν «βλάσφημους».
Ο Δημήτρης Νατσιός, ο οποίος κατέθεσε τη μήνυση το πρωί της Τετάρτης 19 Μαρτίου 2025 στα δικαστήρια της Ευελπίδων, κατηγορεί την Εθνική Πινακοθήκη για την προβολή ενός βίντεο που, σύμφωνα με τον ίδιο, προσβάλλει την πίστη των Ελλήνων. «Υποβάλω μήνυση κατά παντός υπευθύνου, κατά της Εθνικής Πινακοθήκης γιατί στον τρίτο όροφο υπάρχει βίντεο το οποίο προσβάλλει απροκάλυπτα και αυτό τα ιερά και τα όσια της πίστεώς μας», ανέφερε, εκφράζοντας την έντονη αντίθεσή του προς την παρουσία αυτού του υλικού στο δημόσιο πολιτιστικό χώρο.
Ο πρόεδρος του κόμματος Νίκη ανέφερε ότι το βίντεο σε συνδυασμό με τα ηχητικά εφέ, περιλαμβάνει ερωτικό περιεχόμενο που παίζει υπό τους ήχους της προσευχής «Βασιλεύ Παράκλητε» και του Εθνικού Ύμνου της Ελλάδας. Αυτή η σύνθεση, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι «απαράδεκτη» και «χρησιμοποιεί ιερά σύμβολα της πίστης μας και του έθνους μας με τρόπο προσβλητικό και χυδαίο». Προσέθεσε ότι, ως υπεύθυνοι για τα παιδιά και τους νέους της χώρας, θεωρούν αδιανόητο να εκτίθεται το κοινό σε τέτοιου είδους θέματα.
Η μήνυση αυτή, σύμφωνα με τον Νατσιό, υπογραμμίζει την ανάγκη για σεβασμό στην εθνική παράδοση και την πίστη του ελληνικού λαού. Κάλεσε επίσης την κυβέρνηση και τις αρμόδιες αρχές να αποδώσουν δικαιοσύνη και να τιμωρήσουν τους υπευθύνους για την προβολή αυτού του περιεχομένου. «Επιτέλους πρέπει να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι και η κυβέρνηση να σεβαστεί την εθνική μας παράδοση», δήλωσε χαρακτηριστικά, ζητώντας έναν αυστηρότερο έλεγχο για το τι προβάλλεται σε δημόσιους και πολιτιστικούς χώρους.
Η ενέργεια αυτή του Δημήτρη Νατσιού και των υπολοίπων μελών του κόμματος Νίκη προκαλεί έντονες αντιδράσεις, καθώς θέτει σε συζήτηση τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης και της τέχνης σε δημόσιους χώρους, ενώ παράλληλα αναδεικνύει τις ευαισθησίες γύρω από τα ζητήματα πίστης και παράδοσης στην Ελλάδα.
