Η συμφωνία για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας, η οποία επιτεύχθηκε κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής, σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας εποχής για την Ευρώπη, σύμφωνα με τον πρώην αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Έλληνα Επίτροπο στην Κομισιόν, Μαργαρίτη Σχοινά.
Σε δηλώσεις του στην ΕΡΤ, ο κ. Σχοινάς ανέφερε ότι η συμφωνία αυτή αποτελεί μια ιστορική αλλαγή για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, με ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για την Ευρώπη, αλλά και για την Ελλάδα. Η συμφωνία αυτή φέρνει την Ευρώπη πιο κοντά στο να αναλάβει πλήρως την ευθύνη για την άμυνά της, ξεπερνώντας παραδοσιακές αντιστάσεις και ταμπού που υπήρχαν στο παρελθόν.
Ο κ. Σχοινάς επισήμανε ότι η μέχρι τώρα απουσία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής στρατηγικής άμυνας είχε γίνει αισθητή, ιδιαίτερα μετά την εκλογή του πρώην προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Η Ευρώπη, ως η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου και η μεγαλύτερη αγορά, χρειάζονταν να κάνει το επόμενο βήμα στον τομέα της άμυνας, κάτι που έγινε τελικά στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ.
Ο Έλληνας Επίτροπος τόνισε ότι η συμφωνία θα αλλάξει τα δεδομένα για την ευρωπαϊκή άμυνα με δύο βασικούς τρόπους. Πρώτον, για πρώτη φορά, η Ευρώπη θα διαθέτει ένα χρηματοδοτικό εργαλείο ύψους 150 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο θα επιτρέπει στα 27 κράτη μέλη να συνεργαστούν για κοινές εξοπλιστικές πρωτοβουλίες. Δεύτερον, η Ευρώπη δεν θα επιτρέπει πλέον σε κάθε κράτος μέλος να αγοράζει ό,τι αμυντικό σύστημα επιθυμεί, αλλά θα έχει καθορισμένους τομείς προτεραιότητας, όπως τα drones, τα συστήματα αεράμυνας, τα όπλα υψηλής ακρίβειας και τα πυρομαχικά, που θα χρηματοδοτούνται με κοινά κονδύλια.
Για την Ελλάδα, που παραδοσιακά δαπανά μεγάλα ποσά για αμυντικούς εξοπλισμούς, η συμφωνία αυτή αποτελεί μια σημαντική “ανάσα”, καθώς θα προσφέρει τη δυνατότητα να εξοπλιστεί με σύγχρονα μέσα μέσω ευρωπαϊκής συνεργασίας. Μάλιστα, η απόφαση να μην υπολογίζονται οι αμυντικές δαπάνες στο έλλειμμα των κρατών μελών της ΕΕ, καθιστά τη συμφωνία ακόμα πιο ιστορική. Ο κ. Σχοινάς εξέφρασε την ελπίδα ότι αυτή η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική θα ενισχύσει τη διεθνή θέση της Ευρώπης και θα τη βοηθήσει να γίνει πιο σοβαρά ληφθείσα υπόψη στην παγκόσμια γεωπολιτική σκηνή.
