Χειρουργική μαστού: Ποια η επίδραση του φύλου του χειρουργού;

Την ισοτιμία των γυναικών χειρουργών έναντι των ανδρών συναδέλφων τους προσπαθεί να  καταδείξει σειρά μελετών που έχουν εξετάσει την μετεγχειρητική πορεία των ασθενών βάσει του φύλου του χειρουργού. Παρότι και το επάγγελμα του χειρουργού είναι ανδροκρατούμενο σε όλες τις χώρες του κόσμου, οι γυναίκες σταδιακά κατακτούν όλο και μεγαλύτερο ποσοστό εκπροσώπησής τους σε αυτό. Φαίνεται μάλιστα ότι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στην ανέλιξή τους, τόσο στο εργασιακό περιβάλλον όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, ενδεχομένως να τις αναγκάζουν να προσπαθούν σκληρότερα για να υπερπηδούν τα εμπόδια καθιστώντας τες πιο αφοσιωμένες και τελικά άξιες χειρουργούς. Δεν είναι, όμως, αυτοί οι μοναδικοί λόγοι που επιδεικνύουν εφάμιλλα με των ανδρών χειρουργικά αποτελέσματα. 

«Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι άνδρες και οι γυναίκες ασκούν την ιατρική διαφορετικά. Οι γυναίκες είναι πιθανότερο να συμμορφώνονται με τις κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες, να παρέχουν προληπτική φροντίδα συχνότερα, να εκτελούν ή να βελτιώνουν τις επιβεβλημένες εξετάσεις, να επικοινωνούν με ενσυναίσθηση με τους ασθενείς τους και να παρέχουν περισσότερη ψυχοκοινωνική συμβουλευτική σε αυτούς από ό,τι οι άντρες», εξηγεί η ειδική στην ογκολογική χειρουργική και πλαστική αποκατάσταση μαστού Δρ. Παρασκευή Λιάκου

Η άσκηση της χειρουργικής ωστόσο, εμπεριέχει ένα σημαντικό τεχνικό στοιχείο, επομένως δεν υπάρχει λόγος να περιμένει κανείς διαφορετικά αποτελέσματα μεταξύ γυναικών και ανδρών χειρουργών. Είναι, όμως, τα πράγματα έτσι;

«Πράγματι, η επιτυχής χειρουργική πρακτική στηρίζεται στη γνώση, την τεχνική κατάρτιση, την κρίση, την εμπειρία αλλά και τις δεξιότητες επικοινωνίας του χειρουργού. Η απόκτηση και διατήρηση τεχνικών δεξιοτήτων διακρίνει τους χειρουργούς από πολλούς άλλους γιατρούς και οι δεξιότητες αυτές συνδέονται άμεσα με τα βραχυπρόθεσμα αλλά και τα απώτερα μετεγχειρητικά αποτελέσματα. Ωστόσο, υπάρχουν λίγες έρευνες σε χειρουργούς των δύο φύλων, σχετικά με τις διαφορές των μορφών μάθησης και την απόκτηση αυτών των δεξιοτήτων», προσθέτει η Δρ. Λιάκου.

Για το λόγο αυτό, κεντρίζει το ενδιαφέρον μια πολύ μεγάλη έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 2017 και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό BMJ, που εξέτασε κατά πόσο μπορεί το φύλο του χειρουργού να επιδράσει στα μετεγχειρητικά αποτελέσματα ασθενών που υποβάλλονται σε συνήθεις χειρουργικές επεμβάσεις. Οι ερευνητές εξέτασαν τα στοιχεία μεγάλου αριθμού Καναδών ασθενών που βρέθηκαν στο χειρουργείο για διάφορους λόγους μεταξύ 2007-2015, αναλόγως της ηλικίας, του φύλου, της συννοσηρότητας και του είδους των εκτελεσμένων επεμβάσεων αλλά και της ηλικίας και του φύλου του χειρουργού καθώς και του νοσοκομείου που πραγματοποιήθηκε η επέμβαση. Μετά την καταγραφή των παραπάνω χαρακτηριστικών ασθενών, χειρουργών και νοσοκομείων, πραγματοποιήθηκε σύγκριση ασθενών με παρόμοια όλα τα χαρακτηριστικά εκτός από το φύλο του χειρουργού τους. Η σύγκριση αφορούσε μεταξύ άλλων, τη θνησιμότητα τις πρώτες 30 ημέρες αλλά και τα μετεγχειρητικά αποτελέσματα 1 έτος μετά την επέμβαση. Ήταν μάλλον εντυπωσιακό το εύρημα ότι οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση από γυναίκες χειρουργούς παρουσίασαν σχετικά μικρότερη θνησιμότητα στις πρώτες 30 ημέρες σε σύγκριση με ασθενείς που χειρουργήθηκαν από άνδρες χειρουργούς, σε βαθμό όμως στατιστικά σημαντικό. Αντίθετα τα χειρουργικά αποτελέσματα 1 έτος μετά ήταν παρόμοια μεταξύ των 2 ομάδων ασθενών. «Δηλαδή, λιγότεροι ασθενείς που χειρουργήθηκαν από γυναίκες απεβίωσαν εντός 30 ημερών από την επέμβαση από εκείνους που υπεβλήθησαν σε χειρουργική επέμβαση από άνδρα. Η διαφορά αυτή ωστόσο δεν διατηρήθηκε στα απώτερα αποτελέσματα», διευκρινίζει η Δρ. Λιάκου και συνεχίζει «Η ερμηνεία της παρατηρηθείσας διαφοράς αποδίδεται από τους ερευνητές της μελέτης ενδεχομένως στη διαφορετική προσέγγιση των γυναικών χειρουργών, που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στις αναφορές των ασθενών τους με αποτέλεσμα να εντοπίζουν νωρίτερα πιθανές επιπλοκές και να τις αντιμετωπίζουν πιο έγκαιρα από ό,τι οι άνδρες χειρουργοί, γεγονός που αντανακλάται σε καλύτερη άμεση μετεγχειρητική πορεία. Αντίθετα, δεν υπάρχει διαφορά στα απώτερα αποτελέσματα που σχετίζονται περισσότερο με την καλή χειρουργική τεχνική, όπου φαίνεται ισοτιμία των δύο φύλων!» 

Τα παραπάνω στοιχεία ανατρέπουν άραγε τη μέχρι τώρα εικόνα της χειρουργικής αυθεντίας που ταυτιζόταν με το ανδρικό φύλο; «Φυσικά και δεν είναι τα πράγματα τόσο απλά. Η μελέτη αυτή έρχεται να τονίσει την ανάγκη για βελτιστοποίηση της χειρουργικής πρακτικής σε πολλά επίπεδα. Συγκεκριμένα, η ανεύρεση νέων τεχνικών και η χρήση ιατρικής τεχνολογίας αιχμής βρίσκονται αυτή τη στιγμή στην προτεραιότητα της έρευνας. Το ζητούμενο όμως είναι η επίτευξη των καλύτερων χειρουργικών αποτελεσμάτων με συστηματικό και συνεχή τρόπο μέσω της ευρύτερης εφαρμογής των κατευθυντήριων ιατρικών οδηγιών, όπου οι γυναίκες φαίνεται να είναι πιο «επιμελείς». Επιπλέον, διαφαίνεται και η σημασία που έχει η επιστημονική προσέγγιση της ψυχολογικής και κοινωνικής διάστασης του χειρουργικού ασθενούς, όπου και πάλι οι γυναίκες φαίνεται να έχουν καλύτερες επιδόσεις…», συμπληρώνει η Δρ. Λιάκου. 

Όσον αφορά στη χειρουργική του μαστού, έχει καταγραφεί σε αριθμό μελετών προτίμηση των γυναικών που ακολουθούν κάποιο πρόγραμμα προληπτικού ελέγχου να εξεταστούν από γυναίκα χειρουργό – προτίμηση που έχει άλλωστε αποτυπωθεί και σε άλλες «ευαίσθητες» εξετάσεις, όπως η γυναικολογική. Παρόλα αυτά, δεν παρατηρείται προτίμηση φύλου όταν πρόκειται να υποβληθεί σε επέμβαση μαστού μια γυναίκα, οπότε η κατάρτιση, η δεξιότητα και η εμπειρία του χειρουργού παίρνουν τα πρωτεία στην επιλογή. «Όπως δηλαδή και στην προηγούμενη μελέτη, συμπεραίνεται ότι τα στοιχεία γυναικείας επικοινωνίας, διάδρασης και ταύτισης παίζουν σημαντικό ρόλο στις προτιμήσεις των γυναικών ασθενών, χωρίς ωστόσο αυτά να επισκιάζουν την επιστημονική εμβέλεια και τεχνική επάρκεια που είναι οι σημαντικότεροι ίσως παράγοντες στην επιλογή χειρουργού», σημειώνει η Δρ. Παρασκευή Λιάκου και κλείνει λέγοντας «στην περίπτωση της κακοήθειας του μαστού, η γυναίκα χειρουργός μαστού λειτουργεί εκτός από επιστημονικά και με όρους αντανάκλασης, καθώς γνωρίζει πολύ καλά ότι η νόσος δεν κάνει διακρίσεις… Η συναισθηματική αυτή αλληλεπίδραση δεν είναι απαραίτητα ευεργετική ή αντίθετα δυσλειτουργική, έχει την ξεχωριστή της ποιότητα. Για το λόγο αυτό, κάθε γυναίκα που έρχεται αντιμέτωπη με το φάσμα της κακοήθειας του μαστού πρέπει να επιλέγει με βάση τόσο την έρευνα που έχει κάνει για τα επιστημονικά διαπιστευτήρια και την εμπειρία του χειρουργού αλλά και τη σχέση που είναι δυνατό να διαμορφώσει μαζί του και την κάνει να νιώθει αρκετά δυνατή για να δώσει τον αγώνα της και να τερματίσει νικήτρια».