Aγώνας να σώσει πατέρας τον γιό από εκτέλεση. (εμφύλιος 1944) της Ζωής Θεοδωροπούλου

268

«Το θυμάμαι σαν να ήταν χθες, τα αδέρφια μου φυλακή μαζί με την μητέρα μου, ο πατέρας μου κρυβόταν και ο ένας μου αδελφός εξαφανισμένος για καιρό» περίγραφε η κυρία Ελένη καθώς πέρναγαν οι εικόνες μέσα από τα μάτια της. «Μας χτύπησαν την πόρτα, ανοίξαμε, δεν υπήρχε κανείς αλλά στο πάτωμα ήταν πεταμένο ένα γράμμα το οποίο προοριζόταν για τον πατέρα μου. Ο ΕΛΑΣ είχε πιάσει τον αδελφό μου στην Θεσσαλονίκη και τον ετοίμαζαν για εκτελεση. Εκείνος ήταν στον ΕΔΕΣ  δεν ήξερε όμως τίποτα για αριστερούς και δεξιούς, προσπαθούσε να βρει τρόπο να φέρει φαί στο σπίτι και μόνο εκεί μπορούσε να πάει.»

     «Ο πατέρας μου είχε φίλους στον ΕΛΑΣ και έτσι τον ειδοποίησαν για τον γιο του. Έφυγε λοιπόν νύχτα αφήνοντας εμένα και τη μικρή αδελφή μου στην Αθήνα να μείνουμε με τη γιαγιά. Είχε δρόμο μπροστά του και ελάχιστο χρονο. Ξεκινησε  με τα πόδια και είχε δυο 24ωρα μπροστά του για να μπορέσει να τον προλαβει. Περπατούσε τη νύχτα που δεν κυκλοφορούσε κανείς και τη μέρα κρυβόταν πάνω στα δέντρα, μη τυχόν και τον πιάσουν. Ήταν αδύνατον να προλαβει. Ισως να τον πήρε κανένας άνθρωπος με το κάρο του, ισως να ανέβηκε σε κανα τραίνο λαθραία.

    «Έφτασε Θεσσαλονίκη. Δεν γνώριζε αν πρόλαβε η όχι. Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Ρώτησε τους αντάρτες που ήταν εκεί. Τους είπε το όνομα του γιου και παρουσιάστηκε ως θειος του για να μπορέσει να τον σώσει. Εμείς δεν γνωρίζαμε τι είχε συμβει, βρισκομασταν στην αγνοια. Βεβαια ήμασταν τόσο μικρές που και να γνωρίζαμε δε θα καταλαβαίναμε τι συμβαινει. Εγω τότε ήξερα ότι ο πατέρας μου έφυγε και θα γυρνούσε γρηγορα. Υστερα έμαθα ότι πιασαν τον αδελφό μου.

    «Μεγαλώνοντας και αφού έζησα τον εμφύλιο και τώρα την κρίση συνειδητοποίησα πως ναι μεν η κατάσταση τώρα είναι έσχατη αλλά την προτιμώ από εκείνο το χάος του πολεμου. Τωρα έχουμε ένα λιγότερο πακέτο μακαρόνια αλλά τότε δεν είχαμε ούτε αυτό το ένα»

Της Ζωής Θεοδωροπούλου