Γιατί αισθανόμαστε συνεχώς κουρασμένοι και τι πρέπει να κάνουμε

13

Η σύγχρονη καθημερινότητα και οι έντονοι ρυθμοί ζωής έχουν παρασύρει τους ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, σε μια διαρκή κούρσα υποχρεώσεων, που αυξάνει το άγχος και «κλέβει» τον ύπνο και την ποιότητα ζωής. 

Γιατί αισθανόμαστε συνεχώς κουρασμένοι και τι πρέπει να κάνουμε
Του Αντωνίου Δημητρακόπουλου
Διευθυντή Γ΄Παθολογικού Τμήματος,

Ερρίκος Ντυνάν Hospital Center

Το αποτέλεσμα είναι εκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο να υποφέρουν από αίσθημα μόνιμης κόπωσης και συχνά να αναζητούν ιατρική βοήθεια.
Από μελέτες προκύπτει ότι 20-30% των ενηλίκων επισκέπτονται τον γιατρό τους επικαλούμενοι σημαντική κόπωση. Το αίσθημα αυτό μπορεί να εκδηλωθεί:
ως δυσκολία ή ως αδυναμία έναρξης οποιασδήποτε δραστηριότητας (αίσθημα γενικευμένης αδυναμίας) ως μειωμένη ικανότητα διατήρησης μιας δραστηριότητας (εύκολη κόπωση) 
ή ως δυσκολία συγκέντρωσης, μνήμης και διατήρησης συναισθηματικής σταθερότητας (διανοητική κόπωση).
Η διάρκεια της κόπωσης μπορεί να είναι μικρή (λιγότερο από ένα μήνα), παρατεταμένη (περισσότερο από ένα μήνα) ή χρόνια (πάνω από έξι μήνες). 
Στην περίπτωση της μακρόχρονης και εξαντλητικής κόπωσης πιθανόν να υποκρύπτεται το Σύνδρομο Χρόνιας Κόπωσης (chronic fatigue syndrome, CFS) που έχει αναγνωριστεί τις τελευταίες δεκαετίες ως ξεχωριστή νοσολογική οντότητα και αφορά σε ποσοστό 75% γυναίκες νεαρής ή μέσης ηλικίας. 
Παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στη διαγνωστική τεκμηρίωση, παραμένει μια περίπλοκη ασθένεια, με σοβαρές επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία των ασθενών.
Συνήθως, το σύνδρομο εμφανίζεται ξαφνικά σε ένα, μέχρι πρότινος, δραστήριο άτομο και χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα συμπτώματα:
 

1. Νεοεμφανιζόμενη έντονη κόπωση
για έξι ή περισσότερους μήνες που δεν σχετίζεται με άσκηση, δεν υποχωρεί με την ξεκούραση και δεν αποτελεί σύμπτωμα άλλων παθήσεων.

2.  Σημαντική μείωση της δραστηριότητας
του ασθενούς λόγω κόπωσης

3. Τέσσερα ή περισσότερα από τα παρακάτω συμπτώματα
με διάρκεια άνω των έξι μηνών:
-Έκπτωση της μνήμης ή της συγκέντρωσης
-Αίσθημα κακουχίας μετά την άσκηση
-Ύπνος που δεν προσφέρει ξεκούραση
-Μυαλγίες
-Αρθραλγίες
-Ισχυρές κεφαλαλγίες
-Συχνός ή επαναλαμβανόμενος πονόλαιμος
-Ευαίσθητοι λεμφαδένες 
Άλλα κοινά συμπτώματα περιλαμβάνουν:
-Θόλωση της σκέψης 
-Διαταραχή της ισορροπίας, ναυτία ή λιποθυμία
-Αλλεργίες ή ευαισθησία σε διάφορες τροφές, οσμές, χημικά, φάρμακα ή θόρυβο
-Συμπτώματα από το γαστρεντερικό σύστημα, όπως φούσκωμα, κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, διάρροια και ναυτία
-Ρίγη και νυχτερινή εφίδρωση
-Διαταραχές της όρασης (φωτοφοβία, διπλωπία, οφθαλμικό άλγος)
-Κατάθλιψη και διαταραχές της διάθεσης
Η επίπτωση της νόσου στη λειτουργικότητα των ασθενών είναι δραματική. Χαρακτηριστικά, το 50% των πασχόντων δεν μπορεί να εργαστεί, ενώ τα 2/3 παρουσιάζουν μειωμένη απόδοση στη δουλειά τους. Περισσότεροι από τους μισούς ασθενείς λαμβάνουν συχνές αναρρωτικές άδειες και δεν τηρούν πλήρες ωράριο.
Η αιτιολογία τού συνδρόμου χρόνιας κόπωσης είναι προς το παρόν άγνωστη, παρά την εκτεταμένη έρευνα. Η προσπάθεια συσχέτισής του με οξείες η χρόνιες λοιμώξεις δεν απέδωσε. Πιθανοί γενεσιουργοί παράγοντες είναι διαταραχές του ανοσολογικού συστήματος, ενδοκρινική/μεταβολική δυσλειτουργία, νευροψυχιατρικές διαταραχές, φάρμακα και ουσίες. Κάποιοι από αυτούς τους παράγοντες προδιαθέτουν, άλλοι ευοδώνουν και άλλοι διαιωνίζουν το σύνδρομο. 
Παρά την απουσία σαφών αντικειμενικών ευρημάτων, οι ασθενείς έχουν πραγματικά συμπτώματα, δεν υποκρίνονται και δεν πάσχουν από σαφή ψυχική διαταραχή.
Η διάγνωση της νόσου είναι κλινική και απαιτεί ιδιαίτερη γνώση και εμπειρία από ειδικό γιατρό, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν εργαστηριακές ή απεικονιστικές εξετάσεις που να την επιβεβαιώνουν. Ωστόσο, η διενέργειά τους κρίνεται επιβεβλημένη για τον αποκλεισμό άλλων παθήσεων.
Όλοι οι ασθενείς με αίσθημα χρόνιας κόπωσης θα πρέπει να τηρούν αρχείο θερμοκρασίας και βάρους και να ζητούν έγκαιρα ιατρική βοήθεια. Η λήψη λεπτομερούς ιστορικού για ιατρικές και κοινωνικές παραμέτρους, η κλινική εξέταση και ο βασικός εργαστηριακός έλεγχος επιβάλλονται.
Αρκετές παθήσεις μπορεί να έχουν ως σύμπτωμα την κόπωση και πρέπει να αποκλειστούν, για να τεθεί η διάγνωση του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης. 
Αρχικά, ο έλεγχος θα πρέπει να στραφεί προς τον αποκλεισμό συστηματικών παθήσεων, όπως η αναιμία, ο υποθυρεοειδισμός, η υπερασβεστιαιμία, η κοιλιοκάκη, ο διαβήτης, η επινεφριδιακή ανεπάρκεια και η χρόνια ηπατική ή νεφρική νόσος. Άλλες νόσοι που πρέπει να αποκλειστούν είναι οξείες και χρόνιες λοιμώξεις, νευροψυχιατρικά σύνδρομα, οι διαταραχές του ύπνου, η κατάχρηση ουσιών ή αλκοόλ και οι παρενέργειες από τη χρήση φαρμάκων. 
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στο σύνδρομο της Ινομυαλγίας που παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με το σύνδρομο της χρόνιας κόπωσης. Οι ασθενείς με ινομυαλγία παρουσιάζουν μυϊκό πόνο, έντονη κόπωση και διαταραχές τού ύπνου. Ωστόσο, η παρουσία αλλοδυνίας και ευαίσθητων σημείων σε συγκεκριμένες περιοχές του σώματος διαφοροποιεί την ινομυαλγία από το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, αν και αρκετές φορές οι δύο παθήσεις μπορεί να συνυπάρχουν. 
Η θεραπεία του συνδρόμου είναι δύσκολη, μακροχρόνια και πρέπει να γίνεται πάντοτε εξατομικευμένα με βάση τα χαρακτηριστικά του κάθε ασθενούς. Ειδική φαρμακευτική αγωγή στοχευμένη στα βασανιστικά συμπτώματα της νόσου, σε συνδυασμό με εδικές γνωσιακές τεχνικές, πρόγραμμα διαβαθμισμένης σωματικής άσκησης κι υγιεινής διατροφής από εξειδικευμένη ομάδα ιατρών μπορεί να ωφελήσει τους περισσότερους ασθενείς επαναφέροντας τη χαμένη λειτουργικότητα και ευεξία.
Διαβάστε περισσότερα στο www. pathologia.eu

Πηγή: protothema.gr